進階希臘文單字

以下是在新約聖經中出現10-49次的單字(專有名詞與已經包括在初階希臘文的單字除外),按出現頻率排列。

學習新約希臘文單字
頻率≥50次20-49次10-19次5-9次1-4次
單字320字312字491字734字3548字
課程初階進階 (803字)高階 (4282字)


Go to frequency:    45次    40次    35次    30次    25次    20次    15次


出現49次
ἄρα (連接詞)那麼 then, therefore (49) (參看 易混淆的詞形)
ἄχρι or ἄχρις (介繫詞)gen: until, as far as 直到 (49)
ἔτος, τό, -ους 年 year (ετεσ-, 49)
παραλαμβάνω 領受、帶著 I receive from, take along (παρα + λαβ-, 49), παραλήμψομαι, παρέλαβον, -, -, παραλημφθήσομαι
φανερόω 顯明 I make manifest (φανερο-, 49, theophany = 神的顯現), φανερώσω, ἐφανέρωσα, -, πεφανέρωμαι, ἐφανερώθην
χρεία, ἡ, -ας 需要 need (χρεια-, 49)

出現48次
ἀποδίδωμι 主動:回報 I give back, pay; 關身:賣 I sell (απο + δο-, 48), ἀποδώσω, ἀπέδωκα, -, -, ἀπέδοθην, (ἀπεδίδουν)
ἔμπροσθεν (介繫詞)gen: before, in front of 在⋯面前 (48)
ἔρημος, ἡ, -ου (名詞)曠野 wilderness, desert;(形容詞)荒涼的 desolate (ερημο-, 48, hermit = 隱士)
ποῦ (副詞)在哪裡 where? whither? (48) (參看 易混淆的詞形)

出現47次
ἁμαρτωλός, -ον (形容詞)罪的 sinful;(名詞)罪人 sinner (αμαρτωλο-, 47)
κρατέω 抓握 I grasp, am strong (κρατε-, 47, plutocratic = 富豪的 grasping wealth), κρατήσω, ἐκράτησα, κεκράτηκα, κεκράτημαι, -
κρίσις, ἡ, -εως 審判、公義 judgment, justice (κρισι-, 47, crisis = 危機)
οὐκέτι (副詞)不再 no longer, no more (47)
πρό (介繫詞)gen: before ⋯之前 (47, prologue = 序幕)
προσφέρω 主動:帶來、獻上 I bring to, offer;關身:對待 I treat, deal with (προσ + φερ/οι/ενεχ-, 47), -, προσήνεγκον, προσενήνοχα, -, προσηνέχθην
φόβος, ὁ, -ου 懼怕 fear, terror (φοβο-, 47, phobia = 恐懼症)
φυλακή, ἡ, -ῆς 監獄、看守 prison, guard, watch (φυλακη-, 47)

出現46次
θηρίον, τό, -ου 野獸 wild beast (θηριο-, 46, theriomorphic = 獸形的)
καθίζω 坐 I seat, sit (καθιδ-, 46, cathedral = 大教堂), καθίσω, ἐκάθισα, κεκάθικα, -, -
μικρός, -ά, -όν 小 small, little (μικρο/α-, 46, microwave = 微波爐)
οὐαί (感歎詞)有禍了 woe! alas! (46)
σταυρόω 釘十字架 I crucify (σταυρο-, 46), σταυρώσω, ἐσταύρωσα, -, ἐσταύρωμαι, ἐσταυρώθην
σωτηρία, ἡ, -ας 拯救 salvation (σωτηρια-, 46, soteriology = 救贖論)

出現45次
ἀπαγγέλλω 告訴 I announce, proclaim (απ + αγγελ-, 45), ἀπαγγελῶ, ἀπήγγειλα, -, -, ἀπηγγέλην, (ἀπήγγελλον)
διώκω 追求、逼迫 I pursue, persecute (διωκ-, 45), διώξω, ἐδίωξα, -, δεδίωγμαι, ἐδιώχθην, (ἐδίωκον)
θλῖψις, ἡ, -εως 患難 tribulation (θλιψι-, 45)
ναός, ὁ, -οῦ 殿宇、聖所 temple, sanctuary (ναο-, 45)
ὅμοιος, -α, -ον 好像 like (ομοιο/α-, 45, homosexual = 同性戀)

出現44次
ἐπιγινώσκω 知道、認出 I come to know, recognize (επι + γνο-, 44), ἐπιγνώσομαι, ἐπέγνων, ἐπέγνωκα, -, ἐπεγνώσθην
κατοικέω 居住 I inhabit, dwell (κατ + οικε-, 44), -, κατῴκησα, -, -, -

出現43次
ἁμαρτάνω 犯罪 I sin (αμαρτ-, 43, Hamartiology = 罪論), ἁμαρτήσω, ἡμάρτησα or ἥμαρτον, ἡμάρτηκα, -, -
γενεά, ἡ, -ας 世代 generation (γενεα-, 43, genealogy = 家譜)
δεύτερος, -α, -ον 第二 second (δευτερο/α-, 43, Deuteronomy = 申命記) (參看數字表)
δέω 捆綁 I bind (δε-, 43, diadem = 王冠), -, ἔδησα, δέδεκα, δέδεμαι, ἐδέθην
διέρχομαι 經過 I go through, pass through (δι + ερχ/ελευθ-, 43), διελεύσομαι, διῆλθον, διελήλυθα, -, -, (διηρχόμην)
θαυμάζω 希奇 I marvel, wonder at (θαυματ-, 43, thaumaturge = 魔術師), -, ἐθαύμασα, -, -, ἐθαυμάσθην, (ἐθαύμαζον)
θεραπεύω 醫治 I heal (θεραπευ-, 43, therapeutic = 治療的), θεραπεύσω, ἐθεράπευσα, -, τεθεράπευμαι, ἐθεραπεύθην
σεαυτοῦ, -ῆς 你自己 of yourself (43) (參看 反身代名詞 詞形變化表)
σπέρμα, τό, -ατος 種子、後裔 seed, offspring (σπερματ-, 43, sperm = 精子)
φωνέω 叫、喊 I call, shout (φωνε-, 43, phonetic = 語音學), φωνήσω, ἐφώνησα, -, -, ἐφωνήθην, (ἐφώνουν)

出現42次
ἀνάστασις, ἡ, -εως 復活 resurrection (ανα + στατσι-, 42, Anastasia 女子名)
ἐγγίζω 靠近 I come near (εγγιδ-, 42), ἐγγιῶ, ἤγγισα, ἤγγικα, -, -, (ἤγγιζον)
εὐλογέω 祝福、稱頌 I bless (ευλογε-, 42, eulogy = 頌詞), εὐλογήσω, εὐλόγησα, εὐλόγηκα, εὐλόγημαι, εὐλογηθήσομαι
καινός, -ή, -όν 新的 new, fresh (καινο/η-, 42)
μέρος, τό, -ους 部份 part (μερεσ-, 42, pentamerous = 五跗節的)
πάσχω 受苦 I suffer (παθ-, 42, paschal = 逾越節的), -, ἔπαθον, πέπονθα, -, -

出現41次
ἄξιος, -α, -ον 配得上、相稱的 worthy (αξιο/α-, 41, axiology = 價值論)
ἐργάζομαι 作工 I work (εργατ-, 41), -, ἠργασάμην, -, -, -, (ἠργαζόμην)
πάντοτε (副詞)常常 always (41)
παρίστημι 獻上、站在旁邊 I present, stand by (παρ + στα-, 41), παραστήσω, παρέστησα, παρέστηκα, -, παρεστάθην
σήμερον (副詞)今日 today (41)
τέσσαρες, -ων 四 four (τεσσαρ-, 41, tetragon = 四角形) (參看數字表)
τιμή, ἡ, -ῆς 尊貴、價錢 honor, price (τιμη-, 41)
χωρίς (介繫詞)gen: without, apart from 沒有⋯、與⋯無關 (41)

出現40次
ἑτοιμάζω 豫備 I prepare (ετοιματ-, 40), ἑτοιμάσω, ἡτοίμασα, ἡτοίμακα, ἡτοίμασμαι, ἡτοιμάσθην
κλαίω 哭泣 I weep (κλαϝ-, 40), κλαύσω, ἔκλαυσα, -, -, -, (ἔκλαιον)
λογίζομαι 算、想 I account, reckon, think (λογιδ-, 40, logic = 邏輯), -, ἐλογισάμην, -, -, ἐλογίσθην, (ἐλογιζόμην)
μισέω 恨惡 I hate (μισε-, 40, misogynist = woman-hater 厭惡女人者), μισήσω, ἐμίσησα, μεμίσηκα, μεμίσημαι, -, (ἐμίσουν)
μνημεῖον, τό, -ου 墳墓 tomb, monument (μνημειο-, 40)
οἰκοδομέω 建造、造就 I build, edify (οικοδομε-, 40), οἰκοδομήσω, ᾠκοδόμησα, ᾠκοδόμηκα, -, οἰκοδομήθην or ᾠκοδομήθην, (ᾠκοδόμουν)
ὀλίγος, -η, -ον 小、少 little, few (ολιγο/η-, 40, oligarchy = rule by the few 寡頭政治)
τέλος, τό, -ους 末了、目的 end, goal (τελεσ-, 40, teleology = 目的論)

出現39次
ἅπτω 主動:點燃 I light, ignite;關身:摸 I touch, grasp (αφ-, 39), ἅψω, ἥψα, -, ἧπμαι, ἥφθην, (ἥπτον)
δικαιόω 稱義、證實為義 I justify, vindicate (δικαιο-, 39), δικαιώσω, ἐδικαίωσα, -, δεδικαίωμαι, ἐδικαιώθην
ἐπιτίθημι 放在⋯上 I lay upon (επι + θε-, 39), ἐπιθήσω, ἐπέθηκα, -, -, -, (ἐπετίθουν)
θύρα, ἡ, -ας 門 door (θυρα-, 39)
ἱκανός, -ή, -όν 多、夠、配 sufficient, considerable, worthy (ικανο/η-, 39)
περισσεύω 有餘、富足 I abound, am rich (περισσευ-, 39), -, ἐπερίσσευσα, -, -, περισσευθήσομαι, (ἐπερίσσευον)
πλανάω 欺哄、迷惑 I lead astray, deceive (πλανα-, 39, planet = wandering star 行星), πλανήσω, ἐπλάνησα, -, πεπλάνημαι, ἐπλανήθην
πράσσω 行、做 I do, perform, practice (πραγ-, 39, practice = 實行), πράξω, ἔπραξα, πέπρακα, πέπραγμαι, -
πρόβατον, τό, -ου 羊、綿羊 sheep (προβατο-, 39)

出現38次
ἐπιθυμία, ἡ, -ας 欲望、私慾 eager desire, passion (επι + θυμια-, 38)
εὐχαριστέω 感謝 I give thanks (ευ + χαριστε-, 38, Eucharist = 聖餐), -, εὐχαρίστησα, -, -, εὐχαριστήθην
πειράζω 試探、試煉 I test, tempt, attempt (πειραδ-, 38), -, ἐπείρασα, -, πεπείρασμαι, ἐπειράθην, (ἐπείραζον)
πέντε 五 five (38, Pentateuch = 摩西五經) (參看數字表)
ὑποτάσσω 主動:使⋯臣服 I subject;被動:順服 I submit (υπο + ταγ-, 38, hypotaxis = 從屬結構), -, ὑπέταξα, -, ὑποτέταγμαι, ὑπετάγην

出現37次
ἄρχων, ὁ, -οντος 首領、官長 ruler (αρχοντ-, 37, monarch = sole [μόνος] ruler 君主)
βούλομαι 意願 I wish, determine (βουλ/βουλε-, 37), -, -, -, -, ἐβουλήθην, (ἐβουλόμην)
διάβολος, -ον (名詞)魔鬼 the Devil;(形容詞)說讒言的 slanderous (διαβολο-, 37)
διακονέω 服事 I wait upon, serve, minister (δι + ακονε-, 37), διακονήσω, διηκόνησα, -, -, διηκονήθην, (διηκόνουν)
ἐκεῖθεν (副詞)從那裡 from there, thence (37)
ἐμαυτοῦ, -ῆς 我自己 of myself (37) (參看 反身代名詞 詞形變化表)
καλῶς (副詞)好、不錯 well, rightly (37)
καυχάομαι 誇口 I boast (καυχα-, 37), καυχήσομαι, ἐκαυχησάμην, -, κεκαύχημαι, -
μαρτυρία, ἡ, -ας 見證、證據 testimony, witness, evidence (μαρτυρια-, 37)
παραγίνομαι 來到 I come, arrive (παρα + γεν-, 37), -, παρεγενόμην, -, -, -, (παρεγινόμην)

出現36次
ἀγρός, ὁ, -οῦ 田地、鄉下 field, country (αγρο-, 36, agrarian = 土地的)
ἄρτι (副詞)現在、剛剛 now, just now (36)
ἐπιστρέφω (使)轉身、轉回 I turn, return (επι + στρεφ-, 36), ἐπιστρέψω, ἐπέστρεψα, -, -, ἐπεστράφην
εὐθέως (副詞)立刻 immediately (36)
ὀργή, ἡ, -ῆς 忿怒 anger, wrath (οργη-, 36)
οὖς, τό, ὠτός 耳朵 ear (ωτ-, 36, otology = 耳科) (參看 易混淆的詞形)
περιτομή, ἡ, -ῆς 割禮 circumcision (περιτομη-, 36)
προσευχή, ἡ, -ῆς 禱告 prayer (προσευχη-, 36)
ὥσπερ (連接詞)正如、好像 just as, like (36)

出現35次
μάρτυς, ὁ, -υρος 見證人 witness (μαρτυρ-, 35, martyr = 殉道者)
ὀπίσω (介繫詞)gen: behind, after 在⋯之後;(副詞)back, behind 後面 (35)
ὀφείλω 應該、虧欠 I am obligated, ought, I owe (οφειλ-, 35), -, -, -, -, -, (ὤφειλον)
ὑποστρέφω 回來、背棄 I return, turn back (υπο + στρεφ-, 35), ὑποστρέψω, ὑπέστρεψα, -, -, -, (ὑπέστρεφον)

出現34次
ἅπας, -ασα, -αν 所有、一切 every, all (απαντ/απασα-, 34)
βιβλίον, τό, -ου 書卷 book, scroll (βιβλιο-, 34, bible = 聖經)
βλασφημέω 褻瀆、辱罵、毀謗 I blaspheme, revile, slander (βλασφημε-, 34), -, ἐβλασφήμησα, -, -, βλασφημηθήσομαι, (ἐβλασφήμουν)
διακονέω 服事 I wait upon, serve, minister (δι + ακονε-, 37), διακονήσω, διηκόνησα, -, -, διηκονήθην, (διηκόνουν)
μέλος, τό, -ους 肢體 a member, body part (μελεσ-, 34)
μετανοέω 悔改 I repent (μετα + νοε-, 34), -, μετενόησα, -, -, -
μήτε (連接詞)也不 neither, nor (34)
οἶνος, ὁ, -ου 酒 wine (οινο-, 34)
πτωχός, -ή, -όν (形容詞)貧窮的 poor;(名詞)乞丐 (πτωχο/η-, 34)

出現33次
ἀρνέομαι 否認 I deny (αρνε-, 33), ἀρνήσομαι, ἠρνησάμην, -, ἤρνημαι, -, (ἠρνοῦμην)
ἀσθενέω 軟弱、患病 I am weak, sick (ασθενε-, 33), -, ἠσθένησα, ἠσθένηκα, -, -, (ἠσθενοῦν)
διαθήκη, ἡ, -ης 盟約 covenant (διαθηκη-, 33)
ἐκπορεύομαι 出來 I go out, come out (εκ + πορευ-, 33), ἐκπορεύσομαι, -, -, -, -, (ἐξεπορευόμην)
ναί (質詞)是的 yes, indeed (33)
ποῖος, -α, -ον (疑問代名詞)①哪種?what sort of? ②什麼?what? which? (=τίς) (ποιο/α-, 33)
Σατανᾶς, ὁ 撒但 Satan (33)

出現32次
ἀκάθαρτος, -ον 不潔、污穢 unclean (α + καθαρτο-, 32)
ἀναγινώσκω 誦讀 I read (aloud) (ανα + γνο-, 32), -, ἀνέγνω, -, -, ἀνεγνώσθην, (ἀνεγίνωσκον)
δυνατός, -ή, -όν 有能力、可能的 powerful, possible (δυνατο/η-, 32)
ἐχθρός, -ά, -όν (名詞)仇敵 enemy;(形容詞)敵對的 hostile (εχθρο/α-, 32)
ἥλιος, ὁ, -ου 太陽 sun (ηλιο-, 32, helium = 氦)
παραγγέλλω 吩咐 I command, charge (παρ + αγγελ-, 32), -, παρήγγειλα, -, παρήγγελμαι, -, (παρήγγελλον)
ὑπομονή, ἡ, -ῆς 堅忍 perseverance, endurance (υπομονη-, 32)

出現31次
ἄνεμος, ὁ, -ου 風 wind (ανεμο-, 31)
ἐγγύς (副詞)近了 near, at hand;(介繫詞)gen: near 與⋯相近 (31)
ἐλπίζω 盼望 I hope (ελπιδ-, 31), ἐλπιῶ, ἤλπισα, ἤλπικα, -, -, (ἤλπιζον)
ἔξεστιν 可以 it is lawful (ἐξ + ἐστιν, 31)
ἱερεύς, ὁ, -έως 祭司 priest (ιερεϝ-, 31, hierarchy = 僧侶統治)
καθαρίζω 潔淨 I cleanse (καθαριδ-, 31, catharsis = 淨化), καθαριῶ, ἐκαθάρισα, -, κεκαθάρισμαι, ἐκαθαρίσθην
παρρησία, ἡ, -ας 膽量、明講、公開 boldness, plainness, openness (παρρησια-, 31)
πλῆθος, τό, -ους 許多、眾人 multitude (πληθεσ-, 31, plethora = 過剩)
πλήν (連接詞)然而 nevertheless, but;(介繫詞)gen: except 除了⋯ (31)
ποτήριον, τό, -ου 杯 cup (ποτηριο-, 31)
σκότος, τό, -ους 黑暗 darkness (σκοτεσ-, 31, scotopia = 暗視力)
φαίνω 主動:光照 I shine;關身被動:顯現 I appear, am seen (φαν-, 31, phantom = 幽靈 thing apparently seen), φανοῦμαι, ἔφανα, -, -, ἐφάνην, (ἔφαινον)
φυλάσσω 看守、遵守 I guard, keep (φυλαγ-, 31, prophylaxis = 預防), φυλάξα, ἐφύλαξα, -, -, -
φυλή, ἡ, -ῆς 支派、民族 tribe (φυλη-, 31, phylum = 門 [生物學分類之一])

出現30次
ἀγοράζω 買 I buy (αγορατ-, 30), -, ἠγόρασα, -, ἠγόρασμαι, ἠγοράσθην, (ἠγόραζον)
ἀρνίον, τό, -ου 羔羊 lamb (αρνιο-, 30)
διδαχή, ἡ, -ῆς 教導 teaching (διδαχη-, 30, didactic = 教導的)
ἐπικαλέω 主動:稱呼 I call, name;關身:呼求 I call on, appeal (επι + καλεϝ-, 30), -, ἐπεκαλέσα, -, ἐπικέκλημαι, ἐπεκλήθην
ὁμοίως 同樣地 likewise, in the same way (30)
συνείδησις, ἡ, -εως 良心 conscience (συνειδησι-, 30)
συνέρχομαι 同來、聚集 I come together (συν + ερχ/ελευθ-, 30), -, συνῆλθον, συνελήλυθα, -, -, (συνηρχόμην)

出現29次
γνῶσις, ἡ, -εως 知識 knowledge (γνωσι-, 29, Gnostics = 諾斯底主義者)
διάκονος, ὁ and ἡ, -ου 用人、執事 servant, minister, deacon (διακονο-, 29)
ἐπιτιμάω 責備、嚴囑 I rebuke, warn (επι + τιμα-, 29), -, ἐπετιμησα, -, -, -, (ἐπετίμων)
ἰσχυρός, -ά, -όν 強壯、有力的 strong, mighty (ισχυρο/α-, 29)
μάχαιρα, ἡ, -ης 刀劍 sword, daggar (μαχαιρα-, 29)
μισθός, ὁ, -οῦ 工價、賞賜 wages, reward (μισθο-, 29)
παράκλησις, ἡ, -εως 勸勉、安慰 exhortation, consolation (παρακλησι-, 29)
παρέρχομαι 經過、廢去 I pass by, pass away (παρ + ερχ-, 29), παρελεύσομαι, παρῆλθον, παρελήλυθα, -, -
πάσχα, τό 逾越節 Passover, Passover lamb (29) [Indeclinable]
πόθεν (連接詞)從哪裡 from where? (29)
ποτέ (質詞)從前 formerly, once;從來 ever, at any time (29) (參看 易混淆的詞形)
προσκαλέομαι 召來 I summon (προσ + καλεϝ-, 29), -, προσεκαλεσάμην, -, προσκέκλημαι, -
σκανδαλίζω 使跌倒、反感 I cause to stumble, offend (σκανδαλιδ-, 29, scandalize = 使反感), -, ἐσκανδάλισα, -, -, ἐσκανδαλίσθην, (ἐσκανδαλιζομην)
φεύγω 逃走、逃脫、逃避 I flee, escape (φυγ-, 29, fugitive = 逃犯), φεύξομαι, ἔφυγον, πέφευγα, -, -
φίλος, -η, -ον (名詞)朋友 friend;(形容詞)友好的 friendly (φιλο-, 29)

出現28次
ἁγιάζω 成聖、分別為聖、尊為聖 I sanctify (αγιαδ-, 28), -, ἡγίασα, -, ἡγίασμαι, ἡγιάσθην
ἀδικέω 傷害、虧負 I harm, do wrong (α + δικε-, 28), ἀδικήσω, ἠδικήσα, ἠδικηκα, -, ἠδικήθην
ἀληθινός, -ή, -όν 真的 true, genuine (αληθινο/η-, 28)
γαμέω 婚娶 I marry (γαμε-, 28, polygamy = plural marriage 重婚), -, ἔγημα or ἐγάμησα, γεγάμηκα, -, ἐγαμήθην, (ἐγάμουν)
ἐλεέω 憐憫 I have mercy (ελεε-, 28, eleemosynary = 慈善的), ἐλεήσω, ἠλέησα, -, ἠλέημαι, ἠλεήθην
ἡγέομαι ①領首 I lead, rule; ②視為 I regard, consider (ηγε-, 28), -, ἡγήσαμην, -, ἥγημαι, -
θυγάτηρ, ἡ, -τρός 女兒 daughter (θυγατερ-, 28)
θυσία, ἡ, -ας 祭祀、祭物 sacrifice (θυσια-, 28)
ἰσχύω 強壯、能夠、得勝 I am strong, able (ισχυ-, 28), ἰσχύσω, ἴσχυσα, -, -, -, (ἴσχυον)
μυστήριον, τό, -ου 奧祕 mystery (μυστηριο-, 28)
νικάω 得勝 I conquer, overcome (νικα-, 28, Nichalos = victor over people), νικήσω, ἐνίκησα, νενίκηκα, -, ἐνικήθην
πλούσιος, -α, -ον 富足的 rich (πλουσιο/α-, 28, plutocratic = grasping wealth 富豪的)
προφητεύω 預言、講道 I prophesy (προφητευ-, 28), προφητεύσω, ἐπροφήτευσα, -, -, -, (ἐπροφήτευον)
τελέω 完成、應驗 I finish, fulfill (τελεϝ-, 28, teleology = 目的論), τελέσω, ἐτέλεσα, τετέλεκα, τετέλεσμαι, ἐτελέσθην
χώρα, ἡ, -ας 地方 region, place;田 field;鄉下 country (χωρα-, 28, chorography = 地勢圖)

出現27次
βαστάζω 擔負、提帶 I bear, carry (βασταδ-, 27), βαστάσω, ἐβάστασα, -, -, -, (ἐβάσταζον)
ἔλεος, τό, -ους 憐憫 pity, mercy (ελεεσ-, 27)
ἐνδύω 穿上 I put on, clothe (εν + δυ-, 27), -, ἐνέδυσα, -, ἐνδέδυμαι, -
καθαρός, -ά, -όν 清潔、純淨 clean, pure (καθαρο/α-, 27, catharsis = 淨化)
καταργέω 作廢、毀滅 I nullify, abolish (κατα + εργε-, 27), καταργήσω, κατήργησα, κατήργηκα, κατήργημαι, κατηργήθην
κρίμα, τό, -ατος 審判、刑罰 judgment (κριματ-, 27)
κώμη, ἡ, -ης 村莊 village (κωμη-, 27)
πόσος, -η, -ον 多少、何等 how great? how much? (ποσο/η-, 27)
σταυρός, ὁ, -οῦ 十字架 cross (σταυρο-, 27)

出現26次
ἀδελφή, ἡ, -ῆς 姐妹 sister (αδελφη-, 26)
ἀληθής, -ές 真的、誠實的 true, real, honest (αληθεσ-, 26)
ἀποκαλύπτω 啟示、顯露 I reveal (απο + καλυπ-, 26, apocalypse = 啟示), ἀποκαλύψω, ἀπεκάλυψα, -, -, ἀπεκαλύφθην
ἀσθενής, -ές 軟弱、病的 weak, sick (ασθενεσ-, 26)
γε (質詞)果真 indeed, really, even (26)
ἕνεκα or ἕνεκεν (介繫詞)gen: on account of, for the sake of 因、為⋯ (26)
ἐπεί (連接詞)因為、既然 because, since, for otherwise (26)
ἥκω 來到、在這裡 I have come, am present (ηκ-, 26), ἥξω, ἧξα, ἥκα, -, -
ἰάομαι 治癒 I heal (ια-, 26, pediatrics = 小兒科 medical care of children [παῖς]), ἰάσομαι, ἰασάμην, -, ἴαμαι, ἰάθην, (ἰώμην)
λυπέω 憂愁 I grieve (λυπε-, 26), -, ἐλύπησα, λελύπηκα, -, ἐλυπήθην
ὀμνύω or ὄμνυμι 起誓 I swear, take an oath (ομ-, 26), -, ὤμοσα, -, -, -
ὁμολογέω 承認、宣稱 I confess, profess (ομολογε-, 26, lit. to say same thing, homologous = 一致的), ὁμολογήσω, ὡμολόγησα, -, -, -, (ὡμολόγουν)
οὔπω (副詞)還沒有 not yet (26)
πνευματικός, -ή, -όν 屬靈的 spiritual (πνευματικο/η-, 26)
στρατιώτης, ὁ, -ου 士兵 soldier (στρατιωτη-, 26)
συνίημι 明白 I understand (συν + σε-, 26), συνήσω, συνῆκα, -, -, -
φρονέω 思念、看為 I think, set one's mind (φρονε-, 26), φρονήσω, -, -, -, -, (ἐφρονούμην)
χήρα, ἡ, -ας 寡婦 widow (χηρα-, 26)

出現25次
ἀδικία, ἡ, -ας 不義 unrighteousness, injustice (α + δικια-, 25)
Αἴγυπτος, ἡ, -ου 埃及 Egypt (Αιγυπτο-, 25)
ἀναβλέπω ①抬頭看 I look up; ②恢復視力 I regain sight (ανα + βλεπ-, 25), -, ἀνεβλέψα, -, -, -
γνωρίζω ①指示、告訴(使知道) I make known; ②知道 I know (γνωριδ-, 25), γνωρίσω, ἐγνώρισα, -, -, ἐγνωρίσθην
δέκα 十 ten (25, decade = 十年) (參看數字表)
δένδρον, τό, -ου 樹 tree (δενδρο-, 25)
δουλεύω 服事、作奴僕 I serve as a slave (δουλευ-, 25), δουλεύσω, ἐδούλευσα, δεδούλευκα, -, -
Ἕλλην, ὁ, -ηνος 希利尼人 Greek (Ελλεν-, 25, Hellenize = 希臘化)
ἑορτή, ἡ, -ῆς 節期 feast, festival (εορτη-, 25, Heortology = 宗教節日學)
κελεύω 吩咐 I command, order (κελευ-, 25), -, ἐκέλευσα, -, -, -, (ἐκέλευον)
λευκός, -ή, -όν 白的 white (λευκο/η-, 25, leukemia = 白血病 lit. white blood [αἷμα])
μανθάνω 學習 I learn (μαθ-, 25, math = 數學), -, ἔμαθον, μεμάθηκα, -, -
μήποτε (連接詞)恐怕、免得 lest;(質詞)或許 perhaps;從不 never (25)
νεφέλη, ἡ, -ης 雲 cloud (νεφελη-, 25, nephelometer 測雲計)
πορνεία, ἡ, -ας 淫亂 fornication (πορνεια-, 25, pornography = 色情[書畫])
σός, σή, σόν 你的 your (σο/η-, 25)
στέφανος, ὁ, -ου 冠冕 crown, wreath; 司提反 Stephen (στεφανο-, 25)
φιλέω 愛、親嘴 I love, kiss (φιλε-, 25), -, ἐφίλησα, πεφίληκα, -, -, (ἐφίλουν)

出現24次
ἀκοή, ἡ, -ῆς 消息、風聲 report, news; 聽、耳 hearing, ear (ακοη-, 24)
ἀναιρέω ①殺、除去 I kill, abolish; ②關身:拾起 I take up (αν + αιρε-/ελ-, 24), ἀναιρήσω or ἀνελῶ, ἀνεῖλα or ἀνεῖλον, -, -, ἀνῃρέθην
ἀσθένεια, ἡ, -ας 軟弱、病 weakness, illness (ασθενεια-, 24, neurasthenia = 神經衰弱症)
ἀστήρ, ὁ, -έρος 星 star (αστερ-, 24, asterisk = 星號)
ἐπιστολή, ἡ, -ῆς 信函、書信 letter, epistle (επιστολη-, 24)
καταλείπω 離開、撇下、留下 I leave (behind), forsake (κατα + λειπ-, 24), καταλείψω, κατέλειψα or κατέλιπον, -, καταλέλειμαι, κατελείφθην
κεῖμαι 躺臥、放置、設立 I lie, recline; am laid, appointed (κει-, 24), κείσομαι, -, -, -, -, (ἐκείμην)
νέος, -α, -ον 新、年輕 new, young (νεο/α-, 24)
νοῦς, ὁ, νοός 心思、悟性 mind, intellect (νοϝ-, 24, noetic = 理智的)
οὗ (副詞)哪裡 where (24) (參看 易混淆的詞形)
παῖς, ὀ and ἡ, παιδός 小孩 child; 僕人 servant (παιδ-, 24, pediatrics = 小兒科)
πάρειμι 在場、來到 I am present, I have come (παρα + εσ, 24), παρέσομαι, -, -, -, -, (παρήμην)
παρουσία, ἡ, -ας 臨到 presence, coming (παρουσια-, 24, Parousia = 基督再臨)
πίμπλημι 充滿、應驗 I fill, complete, fulfill (πλε-, 24), -, ἔπλησα, -, πέπλησμαι, ἐπλήσθην
προσέχω 注意、留心 I pay attention to, beware (προσ + σεχ-, 24), -, προσέσχον, προσέσχηκα, -, -, (προσεῖχον)
σωτήρ, ὁ, -ῆρος 救主 savior (σωτηρ-, 24)

出現23次
ἀμπελών, ὁ, -ῶνος 葡萄園 vineyard (αμπελων-, 23)
ἀνάγω 主動:帶上、獻上 I lead up, offer up;關身:開船 I put to sea, set sail (αν + αγ-, 23), -, ἀνήγαγον, -, -, ἀνήχθην
ἄπιστος, -ον 不信的、不可信的 unbelieving, unbelievable (α + πιστο-, 23)
διότι (連接詞)因為 because (δια + οτι-, 23)
εἰκών, ἡ, -όνος 像、形像 image (εικον-, 23, icon = 聖像)
ἐλεύθερος, -α, -ον 自由的 free (ελευθερο/α-, 23)
ζῷον, τό, -ου 活物、牲畜 living creature, animal (ζωο-, 23, zoology = 動物學)
θυσιαστήριον, τό, -ου 祭壇、壇 altar (θυσιαστηριο-, 23)
κατηγορέω 控告 I accuse (κατηγορε-, 23, categorical = 斷言的), κατηγορήσω, κατηγόρησα, -, -, -, (κατηγόρουν)
κοπιάω 勞苦、困倦 I toil, am weary (κοπια-, 23), -, ἐκοπίασα, κεκοπίακα, -, -
κωλύω 禁止、攔阻 I forbid, hinder (κωλυ-, 23), -, ἐκώλυσα, -, -, ἐκωλύθην, (ἐκώλυον)
μιμνῄσκομαι 想起、記念 I remember, remind (μνη-, 23), μνήσω, ἔμνησα, μέμνηκα, μέμνημαι, ἐμνήσθην
πεινάω 飢餓 I hunger (πεινα-, 23), πεινάσω, ἐπείνασα, -, -, -
πέραν (副詞)另一邊 on the other side;(介繫詞)gen: beyond, across 渡過 (23)
περιβάλλω 穿、披 I put around, clothe (περι + βαλ-, 23), περιβαλῶ, περιέβαλον, -, περιβέβλημαι, -
σκεῦος, τό, -ους 器皿、東西 vessel, object; pl: goods (σκευεσ-, 23)
τελειόω 完成、完全 I complete, make perfect (τελειο-, 23), -, ἐτελείωσα, τετελείωκα, τετελείωμαι, ἐτελειώθην
χαρίζομαι ①白白賜給 I bestow, grant;②赦免 I forgive (χαριδ-, 23), χαρίσομαι, ἐχαρισάμην, -, κεχάρισμαι, ἐχαρίσθην
χιλιάς, ἡ, -άδος 千 thousand (χιλιαδ-, 23, chiliasm = millenarianism 千禧年說) (參看數字表)

出現22次
ἀγνοέω 不知道 I do not know, am ignorant (αγνοε-, 22, agnostic = 不可知論者), -, ἠγνόησα, -, -, -, (ἠγνόουν)
ἀντί (介繫詞)gen: for, instead of 代替 (22, antiChrist = 敵基督)
γρηγορέω 儆醒 I keep watch, am awake (γρηγορε-, 22, Gregory), -, ἐγρηγόρησα, -, -, -
δέομαι 求、祈求 I beg, beseech, pray (δε-, 22), -, -, -, -, ἐδεήθην, (ἐδοῦμην)
δοκιμάζω 試驗、驗中 I test, examine, approve (δοκιματ-, 22), δοκιμάσω, ἐδοκίμασα, -, δεδοκίμασμαι, ἐδοκιμάσθην
ἐκλέγομαι 揀選 I pick out, choose (εκ + λεγ-, 22, lit. to speak out), -, ἐξελεξάμην, -, ἐκλέλεγμαι, -, (ἐξελεγόμην)
ἐκλεκτός, -ή, -όν 蒙揀選的 chosen, elect (εκλεκτο/η-, 22, eclectic = [自不同材料加以]選擇,折衷)
θεάομαι 看見、觀看 I behold, look on (θεα-, 22, theater = 戲院), -, ἐθεασάμην, -, τεθέαμαι, ἐθεάθην
καθεύδω 睡覺 I sleep (καθευδ-, 22), -, -, -, -, -, (ἐκάθευδον)
κατεργάζομαι 作成、產生 I work out, produce, do (κατ + εργατ-, 22), -, κατειργασάμην, -, κατείργασμαι, κατειργάσθην
κοιλία, ἡ, -ας 肚腹 belly, womb (κοιλια-, 22, coeliac = 腹腔的)
μετάνοια, ἡ, -ας 悔改、懊悔 repentance (μετανοια-, 22)
μηκέτι (副詞)不再 no longer (22)
πληγή, ἡ, -ῆς ①災 plague;②擊打 blow, stripe,傷口 wound (πληγη-, 22)
πλοῦτος, ὁ, -ου 財富、豐富 wealth, riches (πλουτο-, 22, plutocrat = 富豪)
πωλέω 賣 I sell (πωλε-, 22, monopoly = 壟斷), -, ἐπώλησα, -, -, -, (ἐπώλουν)
συνέδριον, τό, -ου 公會 council, sanhedrin (συνεδριο-, 22)
τεσσεράκοντα 四十 forty (22) [Indeclinable] (參看數字表)

出現21次
αὐξάνω 生長、興旺 I cause to grow, increase (αυξα-, 21, auxiliary = 輔助的), αὐξήσω, ηὔξησα, -, -, ηὐξήθην, (ηὔξανον)
βασιλεύω 作王 I reign (βασιλευ-, 21), βασιλεύσω, ἐβασίλευσα, -, -, -
διδασκαλία, ἡ, -ας 教訓、道理 teaching, doctrine (διδασκαλια-, 21)
ἐνεργέω 發動、運行 I am at work, effective (εν + εργε-, 21, energy = 能量), -, ἐνήργησα, -, -, -, (ἐνήργουν)
εὐδοκέω 喜悅、以⋯為可喜的 I am well pleased, think it good (ευδοκε-, 21), -, εὐδόκησα or ηὐδόκησα, -, -, -
ἐφίστημι 站⋯旁、臨到、前來 I stand near, come upon, approach (επ + στα-, 21), -, ἐπέστην, ἐφέστηκα, -, ἐπεστάθην
θερίζω 收成 I reap (θεριτ-, 21), θερίσω, ἐθέρισα, -, -, ἐθερίσθην
καθίστημι ①設立、指派 I set, appoint;②成為 constitute (κατα + στα-, 21), καταστήσω, κατέστησα, -, καθέσταμαι, κατεστάθην
λατρεύω 事奉、禮拜 I serve, worship (λατρευ-, 21, Mariolatry = 聖母崇拜 worship of Mary), λατρεύσω, ἐλάτρευσα, -, -, -
μνημονεύω 記念、回想 I remember (μνημονευ-, 21, mnemonic = 助記的), -, ἐμνημόνευσα, -, -, -, (ἐμνημόνευον)
πειρασμός, ὁ, -οῦ 試探、試煉 temptation, trial (πειρασμο-, 21)
στρέφω 轉、回 I turn, return, change (στρεφ-, 21, strophe = 詩節), στρέψω, ἔστρεψα, -, ἔστραμμαι, ἐστράφην
τελώνης, ὁ, -ου 稅吏 tax collector (τελωνη-, 21)
τιμάω 尊重 I honor (τιμα-, 21, Timothy = honoring God), τιμήσω, ἐτίμησα, -, τετίμημαι, -
ὑπακούω 聽從 I obey (υπ + ακου-, 21), ὑπακούσω, ὑπήκουσα, -, -, -, (ὑπήκουον)
χιλίαρχος, ὁ, -ου 千夫長、將軍 military tribune, captain (χιλιαρχο-, 21, chiliarch)
ὡσεί (質詞)①如同 as, like, ②大約 about (21, ὡς + εἰ)

出現20次
αἰτία, ἡ, -ας 緣故、罪名 cause, accusation (αιτια-, 20, etiology = 原因論、病源學)
ἀκροβυστία, ἡ, -ας 沒受割禮 uncircumcision (ακροβυστια-, 20)
ἀργύριον, τό, -ου 銀、錢 silver, money (αργυριο-, 20)
γένος, τό, -ους 族類、後裔、類別 race, offspring, kind (γενεσ-, 20, akin to genus 種)
γονεύς, ὁ, -έως 父母 parent (γονεϝ-, 20)
ἑκατοντάρχης, ὁ, -ου 百夫長 centurion (εκατονταρχ(η)-, 20, 亦拼為 ἑκατόνταρχος)
ἐπίγνωσις, ἡ, -εως (真)知識 (full) knowledge (επι + γνωσι-, 20)
ἡγεμών, ὁ, -όνος 巡撫、臣宰 governor, leader (ηγεμον-, 20, hegemony = 霸權)
ἰχθύς, ὁ, -ύος 魚 fish (ιχθυ-, 20, ichthyology = 魚類學)
νηστεύω 禁食 I fast (νηστευ-, 20), νηστεύσω, ἐνήστευσα, -, -, -
νυνί (副詞)現在、如今 now (20)
ξύλον, τό, -ου 木、樹、棒 wood, tree, wooden club (ξυλο-, 20, xylophone = 木琴)
προάγω ①帶、領 I lead forth;②先⋯行 I go before (προ + αγ-, 20), προάξω, προήγαγον, -, -, -, (προῆγον)
σκηνή, ἡ, -ῆς 帳幕、會幕 tent, Tabernacle (σκηνη-, 20, scene = 場景 a setting in a play)
σοφός, -ή, -όν 聰明、智慧的 wise (σοφο/η-, 20, sophomore = [大學]二年級生 lit. a wise fool [μωρός])
τοσοῦτος, -αύτη, -οῦτο 這麼多、大 so great, so much (τοσ + ουτο/η-, 20)
τρέχω 奔跑 I run (τρεχ/δραμ-, 20), δραμοῦμαι, ἔδραμον, -, -, -, (ἔτρεχον)
ὑπηρέτης, ὁ, -ου 差役、幫手 attendant, assistant (υπηρετη-, 20, lit. under-rower [船艙下的]划槳者)
ὑψόω 舉起、升高 I lift up, exalt (υψο-, 20), ὑψώσω, ὕψωσα, -, -, ὑψώθην

出現19次
ἀπέχω ①得到 I receive (in full);②遠離 I am distant;③關身:禁戒 I abstain, avoid (απ + σεχ-, 19), -, -, -, -, -, (ἀπεῖχον)
βάπτισμα, τό, -ατος 洗禮 baptism (βαπτισματ-, 19)
γεωργός, ὁ, -οῦ 農夫、栽培者 farmer (γεωργο-, 19, George)
διακρίνω 分辨、區分 I discern, distinguish;關身:疑惑、爭辯 I doubt, take issue (δια + κριν-, 19), -, διέκρινα, -, -, διεκρίθην, (διέκρινον)
δῶρον, τό, -ου 禮物、奉獻 gift, offering (δωρο-, 19, Theodore, Dorothy = gift of God)
ἐπαίρω 舉起 I lift up (επ + αρ-, 19), -, ἐπῆρα, ἐπῆρκα, -, ἐπήρθην
ἐπάνω (介繫詞)gen: above, over 在⋯上 (19, ἐπι + άνω)
ἐπιλαμβάνομαι 抓住 I take hold of, help (επι + λαβ-, 19), ἐπιλήψομαι, ἐπελαβόμην, -, -, -
ἐπουράνιος, -ον 天上的、屬天的 heavenly (επ + ουρανιο-, 19)
κοινωνία, ἡ, -ας 團契、分享、捐助 fellowship, sharing (κοινωνια-, 19)
κρείττων, -ον 更好的 better (所有格 -ονος, 19, 亦拼作 κρείσσων)
κριτής, ὁ, -οῦ 審判官 a judge (κριτη-, 19, critic = 評論家)

出現18次
κατακρίνω 定罪 I condemn (κατα + κριν-, 18), κατακρινῶ, κατέκρινα, -, κατακέκριμαι, κατεκρίθην

出現17次
κατέχω ①持守、擁有 I hold fast;②攔阻、留下 hold back (κατ + σεχ-, 17), -, κατέσχον, -, -, -, (κατεῖχον)

出現16次
ἀνακρίνω 考查、評斷 I examine (ανα + κριν-, 16), -, ἀνέκρινα, -, -, ἀνεκρίθην
παρέχω 提供 I provide, grant (παρ + σεχ-, 16), -, παρέσχον, -, -, -, (παρεῖχον)
συλλαμβάνω 拿住、懷孕、幫助 I seize, conceive, help (συν + λαβ-, 16), συλλήμψομαι, συνέλαβον, συνείληφα, -, συνελήμφθην

出現15次
ἀνέχομαι 容忍 I endure, put up with (αν + σεχ-, 15, lit. to hold oneself back), ἀνέξομαι, ἀνεσχόμην, -, -, -
καταλαμβάνω 拿到、追上 I take hold of, obtain, overtake;關身:領會 apprehend (κατα + λαβ-, 15), -, κατέλαβον, κατείληφα, κατείλημμαι, κατελήμφθην


Go to frequency:    45次    40次    35次    30次    25次    20次    15次


此頁仍在陸續施工中



回主頁初階希臘文單字“不規則”動詞進階單字(按字母排列)進階單字閃卡 ║ 最近更新: June 29, 2020