συνέρχομαι
同來、聚集 I come together (συν + ερχ/ελευθ-, 30)
συνελεύσομαι, συνλθον, συνελήλυθα, -, -, (συνηρχμην)

 例句 
徒9:39 ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς.
So Peter, arising, went together with them.
(彼得就起身和他們同去)

可3:20 συνέρχεται πάλιν ὁ ὄχλος, ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν.
The crowd come together again, with the result that they are not able to even eat bread.
(群眾又聚來,以致他們連飯也顧不得喫)

林前14:23 Ἐὰν οὖν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ αὐτὸ.
Therefore if the whole church come together upon the same (place).
(所以,若全教會聚在一處)

 同根字 
ἔρχομαι