|
διάβολος, -ον
(名詞)魔鬼 the Devil;(形容詞)說讒言的 slanderous (διαβολο-, 37)
例句
雅4:7 ἀντίστητε δὲ τῷ διαβόλῳ καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν.
Resist the Devil and he will flee from you.
(務要抵擋魔鬼,牠就必逃離你們)
提前3:11 Γυναῖκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους.
Likewise (it is necessary for) women (to be) reverend, not slanderous.
(女人也是如此,必須端莊,不說讒言)
(註:這裡的γυναῖκας可指 “女執事”、“(執事的)妻子”、“女助手”)
同根字
διαβάλλω
|