κατέχω
①持守、擁有 I hold fast; ②攔阻、留下 hold back (κατ + σεχ-, 17)
-, κατσχον, -, -, -, (κατεῖχον)

 例句 
帖前5:21 τὸ καλὸν κατέχετε.
Hold fast the good. (善美的要持守)

林後6:10 ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.
as having nothing and yet holding all things.
(似乎一無所有,卻是樣樣都有的)

帖後2:7 μόνον ὁ κατέχων ἄρτι.
Only the one withholding (it) now.
(只是現在有一個攔阻[不法的隱意])

門13 Ὃν ἐγὼ ἐβουλόμην πρὸς ἐμαυτὸν κατέχειν.
Whom I wanted to keep with myself. (我本來有意將他留下)

 同根字  ἔχω