ἕκαστος, -η, -ον
(形容詞)每 each, every (εκαστο/η-, 82)
例句
路6:44 ἕκαστον γὰρ δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ γινώσκεται.
For each tree is known from its own fruit.
(每一棵樹都是由它自己的果子而被認出來)
徒2:8 πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ;
How do we each hear (them) in our own dialect?
(怎麼我們每個人聽見自己的家鄉話呢)
(注意:主詞動詞是複數時,ἕκαστος仍用單數)
|