例句 徒16:23 ἔβαλον εἰς φυλακὴν. They threw (them) into prison. (官長將他們下在監裡)
路5:37 καὶ οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς. And no one puts new wine into old wineskins. (沒有人把新酒裝在舊皮袋裡)
同根字 διαβάλλω, ἐκβάλλω, ἐπιβάλλω, περιβάλλω, συμβάλλω, ὑπερβάλλω λιθοβολέω, διάβολος, παραβολή