διδάσκω
教導 I teach (διδακ-, 97)
διδάξω, ἐδίδαξα, -, -, ἐδιδάχθην, (ἐδίδασκον)
(ισκ動詞,現在式時,字根結尾的κ先去掉才加上σκ)
例句
路5:3 ἐκ τοῦ πλοίου ἐδίδασκεν τοὺς ὄχλους.
He began teaching the crowd from the boat. (他就從船上教訓眾人)
John 14:26 ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα.
That One will teach you all things. (祂要將一切的事指教你們)
同根字
διδάσκαλος,
διδαχή,
διδασκαλία,
διδακτικός,
διδακτός
|