φῶς, τό, φωτός
(名詞)光 light (φωτ-, 73, photogragh = 照片)
(參看詞形變化表)
例句
太5:14 ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου.
You are the light of the world.
(你們是世上的光)
林前11:14 αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός.
For Satan himself disguises (himself) into an angel of light.
(因為撒但自己也裝作光明的天使)
同根字
φωτίζω,
φωτεινός,
φωτισμός
|