δοῦλος, ὁ, -ου
(名詞)奴僕 slave, servant (δουλο-, 124)
例句
羅1:1 Παῦλος δοῦλος Χριστοῦ Ἰησοῦ.
Paul, a servant of Jesus Christ.
(耶穌基督的僕人保羅)
約13:16 οὐκ ἔστιν δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ.
A slave is not greater than his master.
(僕人不大於主人)
同根字
δουλεύω,
δούλη,
δουλεία,
σύνδουλος
|