θάλασσα, ἡ, -ης
(名詞)海、湖 sea, lake (θαλασσα-, 91)
例句
太8:27 καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα αὐτῷ ὑπακούουσιν.
Even the winds and the sea obey him.
(連風和海也聽從祂)
來11:29 Πίστει διέβησαν τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν ὡς διὰ ξηρᾶς γῆς.
By faith they crossed the Red Sea as if through dry land.
(他們因著信、過紅海如行乾地)
|