進階希臘文單字總表

以下是在新約聖經中出現10-49次的單字(專有名詞與已經包括在初階希臘文的單字除外),總共751字,按字母順序排列。

Go to:    α    β    γ    δ    ε    ζ    η    θ    ι    κ    λ    μ    ν    ξ    ο    π    ρ    σ    τ    υ    φ    χ    ψ    ω

Α
ἀγαλλιάω 歡樂 I exult, rejoice (αγαλλια-, 11), -, ἠγαλλιάσα, -, -, ἠγαλλιάθην
ἁγιάζω 成聖、分別為聖、尊為聖 I sanctify (αγιαδ-, 28), -, ἡγίασα, -, ἡγίασμαι, ἡγιάσθην
ἁγιασμός, ὁ, -οῦ 成聖 sanctification (αγιασμο-, 10)
ἀγνοέω I do not know, am ignorant (αγνοε-, 22, agnostic = 不可知論者), -, -, -, -, -, (ἠγνόουν)
ἀγορά, ἡ, -ᾶς marketplace (αγορα-, 11)
ἀγοράζω 買 I buy (αγορατ-, 30), -, ἠγόρασα, -, ἠγόρασμαι, ἠγοράσθην, (ἠγόραζον)
ἀγρός, ὁ, -οῦ 田地、鄉下 field, country (αγρο-, 36, agrarian = 土地的)
ἀδελφή, ἡ, -ῆς sister (αδελφη-, 26)
ἅδης, ὁ, -ου Hades, hell (αδη-, 10)
ἀδικέω 傷害、虧負 I harm, do wrong (α + δικε-, 28), ἀδικήσω, ἠδικήσα, ἠδικηκα, -, ἠδικήθην
ἀδικία, ἡ, -ας unrighteousness (α + δικια-, 25)
ἄδικος, -ον unjust, unrighteous (α + δικο-, 12)
ἀδύνατος, -ον incapable, impossible (α + δυνατο-, 10)
ἀθετέω I reject (αθετε-, 16, athetize), ἀθετήσω, ἠθετήσα, -, -, -
Αἴγυπτος, ἡ, -ου 埃及 Egypt (Αιγυπτο-, 25)
αἰτία, ἡ, -ας cause, accusation (αιτια-, 20, etiology = 原因論、病源學)
ἀκαθαρσία, ἡ, -ας uncleanness (α + καθαρσια-, 10)
ἀκάθαρτος, -ον 不潔、污穢 unclean (α + καθαρτο-, 32)
ἄκανθα, ἡ, -ης thorn (ακανθα-, 14)
ἀκοή, ἡ, -ῆς hearing, report, news (ακοη-, 24)
ἀκροβυστία, ἡ, -ας uncircumcision (ακροβυστια-, 20)
ἀλέκτωρ, ὁ, -ορος a cock, rooster (αλεκτορ-, 12)
ἀληθής, -ές 真的 true (αληθεσ-, 26)
ἀληθινός, -ή, -όν 真的 true, genuine (αληθινο/η-, 28)
ἀληθῶς 真實地 truly (18)
ἀλλότριος, -α, -ον another's, strange (αλλοτριο/α-, 14)
ἅλυσις, ἡ, -εως chain (αλυσι-, 11)
ἅμα at the same time; dat: together with (10)
ἁμαρτάνω 犯罪 I sin (αμαρτα-, 43, Hamartiology = 罪論), ἁμαρτήσω, ἡμάρτησα or ἥμαρτον, ἡμάρτηκα, -, -
ἁμαρτωλός, -ον (形容詞)罪的 sinful;(名詞)罪人 sinner (αμαρτωλο-, 47)
ἀμπελών, ὁ, -ῶνος vineyard (αμπελων-, 23)
ἀμφώτεροι, -αι, -α both (αμφοτερο/α-, 14)
ἀνά acc: upwards, up; with numerals: each (13)
ἀναβλέπω I look up, regain sight (ανα + βλεπ-, 25), -, ἀνεβλέψα, -, -, -
ἀναγγέλλω I announce, report (αν + αγγελ-, 14), ἀναγγελῶ, ἀνήγγειλα, -, -, ἀνηγγέλην, (ἀνήγγελλον)
ἀναγινώσκω 誦讀 I read (aloud) (ανα + γνο-, 32), -, ἀνέγνω, -, -, ἀνεγνώσθην, (ἀνεγίνωσκον)
ἀνάγκη, ἡ, -ης necessity (αναγκη-, 17)
ἀνάγω 主動:I lead up;關身:I put to sea, set sail (αν + αγ-, 23), -, ἀνήγαγον, -, -, ἀνήχθην
ἀναιρέω I take up, kill (αν + αρε-, 24), ἀναιρήσω or ἀνελῶ, ἀνεῖλα or ἀνεῖλον, -, -, ἀνῃρέθην
ἀνάκειμαι I recline (at meals) (ανα + κει-, 14), -, -, -, -, -, (ἀνεκείμην)
ἀνακρίνω I examine (ανα + κριν-, 16), -, ἀνέκρινα, -, -, ἀνεκρίθην
ἀναλαμβάνω I take up (ανα + λαβ-, 13), -, ἀνέλαβον, -, -, ἀνελήμφθην
ἀναπαύω I refresh;關身:I take rest (ανα + παυ-, 12), ἀναπαύσω, ἀνέπαυσα, -, ἀναπέπαυμαι, -
ἀναπίπτω I fall down, recline, sit down (ανα + πετ-, 12), -, ἀνέπεσα, -, -, -
ἀνάστασις, ἡ, -εως 復活 resurrection (ανα + στατσι-, 42, Anastasia 女子名)
ἀναστροφή, ἡ, -ῆς conduct, lifestyle (αναστροφη-, 13)
ἀνατολή, ἡ, -ῆς east, dawn (ανατολη-, 11, Anatolia = 安那托利亞,小亞細亞的舊稱)
ἀναφέρω I bring up, offer (ανα + φερ-, 10), -, ἀνηνεγκα or ἀνηνεγκον, -, -, -, (ἀνεφερόμην)
ἀναχωρέω 離開 I depart (ανα + χωρε-, 14), -, ἀνεχώρησα, -, -, -
ἄνεμος, ὁ, -ου 風 wind (ανεμο-, 31)
ἀνέχομαι I endure, bear up (αν + σεχ-, 15, lit. to hold oneself back), ἀνέξομαι, ἀνεσχόμην, -, -, -
ἀνθίστημι I resist (ανθ + στα-, 14), -, ἀνέστην, ἀνθέστηκα, -, -, (ἀνθιστόμην)
ἀνομία, ἡ, -ας lawlessness (α + νομια-, 15)
ἀντί gen: for, instead of (22, antiChrist = 敵基督)
ἄνωθεν from above, again (13)
ἄξιος, -α, -ον 配得上、相稱的 worthy (αξιο/α-, 41, axiology = 價值論)
ἀπαγγέλλω 告訴 I announce, proclaim (απ + αγγελ-, 45), ἀπαγγελῶ, ἀπήγγειλα, -, -, ἀπηγγέλην, (ἀπήγγελλον)
ἀπάγω I lead away (απ + αγ-, 15), -, ἀπήγαγον, -, -, ἀπήχθην
ἅπαξ once, once for all (14)
ἀπαρνέομαι I deny (απ + αρνε-, 11), ἀπαρνήσομαι, ἀπήρνησα, -, -, ἀπαρνηθήσομαι
ἅπας, -ασα, -αν 所有、一切 every, all (απαντ/απασα-, 34)
ἀπειθέω I disbelieve, disobey (απειθε-, 14), -, ἠπείθησα, -, -, -, (ἠπείθουν)
ἀπέχω I receive (payment);關身:I am distant (απ + σεχ-, 19), -, -, -, -, -, (ἀπεῖχον)
ἀπιστία, ἡ, -ας unbelief (α + πιστια-, 11)
ἄπιστος, -ον unbelieving, faithless (α + πιστο-, 23)
ἀποδίδωμι 主動:回報 I give back, pay; 關身:賣 I sell (απο + δο-, 48), ἀποδώσω, ἀπέδωκα, -, -, ἀπέδοθην, (ἀπεδίδουν)
ἀποκαλύπτ I reveal (απο + καλυπ-, 26, apocalypse = 啟示), ἀποκαλύπψω, ἀπεκαλύπψα, -, -, ἀπεκαλύφθην
ἀποκάλυψις, ἡ, -εως revelation (απο + καλυψι-, 18, apocalypse = 啟示)
ἀπολογέομαι I defend myself (απο + λογε-, 10, apologetics), ἀπολογήσω, -, -, -, ἀπολογήθην
ἀπολύτρωσις, ἡ, -εως redemption (απολυτρωσι-, 10)
ἅπτω 主動:點燃 I light, ignite;關身:摸 I touch, grasp (αφ-, 39), ἅψω, ἥψα, -, ἧπμαι, ἥφθην, (ἥπτον)
ἀπώλεια, ἡ, -ας destruction (απωλεια-, 18)
ἄρα (連接詞)那麼 then, therefore (49) (參看 易混淆的詞形)
ἀργύριον, τό, -ου silver, money (αργυριο-, 20)
ἀρέσκω 討⋯喜悅 I please (αρ-, 17), ἀρέσω, ἤρεσα, -, -, -, (ἤρεσκον)
ἀριθμός, ὁ, -οῦ a number (αριθμο-, 18, arithmetics = 算術)
ἀρνέομαι 否認 I deny (αρνε-, 33), ἀρνήσομαι, ἠρνησάμην, -, ἤρνημαι, -, (ἠρνοῦμην)
ἀρνίον, τό, -ου 羔羊 lamb (αρνιο-, 30)
ἁρπάζω I seize, snatch away (αρπαδ-, 14, harpoon = 魚叉), ἁρπάσω, ἥρπασα, -, -, ἡρπάσθην or ἡρπάσγην
ἄρτι (副詞)現在、剛剛 now, just now (36)
ἀρχαῖος, -α, -ον old, ancient (αρχαιο/α-, 11, archive = 存檔)
ἄχρι or ἄχρις (介繫詞)gen: until, as far as 直到 (49)
ἄρχων, ὁ, -οντος 首領、官長 ruler (αρχοντ-, 37, monarch = sole [μόνος] ruler 君主)
ἀσέλγεια, ἡ, -ας licentiousness, debauchery, sensuality (ασελγεια-, 10)
ἀσθένεια, ἡ, -ας weakness (ασθενεια-, 24, neurasthenia = 神經衰弱症)
ἀσθενέω 軟弱、患病 I am weak, sick (ασθενε-, 33), -, ἠσθένησα, ἠσθένηκα, -, -, (ἠσθενοῦν)
ἀσθενής, -ές weak (ασθενεσ-, 26)
ἀσκός, ὁ, -οῦ (leather) bottle, wineskin (ασκο-, 12)
ἀσπασμός, ὁ, -οῦ greeting (ασπασμο-, 10)
ἀστήρ, ὁ, -έρος star (αστερ-, 24, asterisk = 星號)
ἀτενίζω I look/gaze upon intently (ατενιδ-, 14), -, ἠτένισα, -, -, -
αὐξάνω I cause to grow, increase (αυξα-, 21, auxiliary = 輔助的), αὐξήσω, ηὐξήσα, -, -, ηὐξήθην, (ηὔξανον)
αὐλή, ἡ, -ῆς court, courtyard (αυλη-, 12)
αὔριον 明天 tomorrow (14)
ἀφαιρέω I take away (αφ + αρε-, 10), ἀφελῶ, ἀφεῖλον, -, -, ἀφῃρέθην
ἄφεσις, ἡ, -εως sending away, remission (αφεσι-, 17)
ἀφίστημι I withdraw, depart (αφ + στα-, 14), ἀποστήσομαι, ἀπέστησα, -, -, -, (ἀφιστόμην)
ἀφορίζω I separate (αφ + οριδ-, 10, aphorism = 格言), ἀφοριῶ or ἀφορίσω, ἀφώρισα, -, ἀφώρισμαι, -, (ἀφώριζον)
ἄφρων, -ον foolish (αφρον-, 11)

Β
βάπτισμα, τό, -ατος 洗(禮) baptism (βαπτισματ-, 19)
βαπτιστής, ὁ, -οῦ 施洗者 baptist (βαπτιστη-, 12)
βασανίζω I torment (βασανιδ-, 12), -, ἐβασάνισα, -, -, ἐβασανίσθην, (ἐβασάνιζον)
βασιλεύω I reign (βασιλευ-, 21), βασιλεύσω, ἐβασίλευσα, -, -, -
βαστάζω 擔負、提帶 I bear, carry (βασταδ-, 27), βαστάσω, ἐβάστασα, -, -, -, (ἐβάσταζον)
βῆμα, τό, -ατος judgment seat (βαματ-, 12, bema = 高座)
βιβλίον, τό, -ου 書卷 book, scroll (βιβλιο-, 34, bible = 聖經)
βίβλος, ἡ, -ου book (βιβλο-, 10, bibliography = 參考書目)
βίος, ὁ, -ου life (βιο-, 10, bio-)
βλασφημέω 褻瀆、辱罵、毀謗 I blaspheme, revile, slander (βλασφημε-, 34), -, ἐβλασφήμησα, -, -, βλασφημηθήσομαι, (ἐβλασφήμουν)
βλασφημία, ἡ, -ας blaspheme, reproach (βλασφημια-, 18)
βοάω I cry aloud (βοα-, 12), βοήσω, ἐβόησα, -, -, -
βουλή, ἡ, -ῆς counsel, purpose (βουλη-, 12)
βούλομαι 意願 I wish, determine (βουλ-, 37), -, -, -, -, ἐβουλήθην, (ἐβουλόμην)
βροντή, ἡ, -ῆς thunder (βροντη-, 12, brontosaurus = lit. thunder-lizard 雷龍)
βρῶμα, τό, -ατος food (βρωματ-, 17)
βρῶσις, ἡ, -εως eating, food, rust (βρωσι-, 11)

Γ
γαμέω 婚娶 I marry (γαμε-, 28, polygamy = plural marriage 重婚), -, ἔγημα or ἐγάμησα, γεγάμηκα, -, ἐγαμήθην, (ἐγάμουν)
γάμος, ὁ, -ου marriage, wedding (γαμο-, 16, polygamy = 重婚)
γε indeed, at least, really, even (26)
γέεννα, ἡ, -ης hell, Gehenna (γεεννα-, 12)
γέμω I fill (γεμ-, 11), -, -, -, -, -
γενεά, ἡ, -ας 世代 generation (γενεα-, 43, genealogy = 家譜)
γένος, τό, -ους race, kind (γενεσ-, 20, akin to genus 種)
γεύομαι 品嚐 I taste (γευ-, 15, disgust = to offend the taste of), γεύσομαι, ἐγευσάμην, -, -, -
γεωργός, ὁ, -οῦ 農夫 farmer (γεωργο-, 19, George)
γνωρίζω I make known (γνωριδ-, 25), γνωρίσω, ἐγνώρισα, -, -, ἐγνωρίσθην
γνῶσις, ἡ, -εως 知識 knowledge (γνωσι-, 29, Gnostics = 諾斯底主義者)
γνωστός , -ή, -όν known, friend (γνωστο/η-, 15)
γονεύς, ὁ, -έως parent (γονεϝ-, 20)
γόνυ, τό, -ατος knee (γονατ-, 12)
γράμμα, τό, -ατος a letter (of the alphabet); pl: writings (γραμματ-, 14)
γρηγορέω I watch (γρηγορε-, 22, Gregory), -, ἐγρηγόρησα, -, -, -
γυμνός, -ή, -όν naked (γυμνο/η-, 15, gymnasium = 體育館)

Δ
δαιμονίζομαι I am demon possessed (δαιμονιδ-, 13), -, -, -, -, ἐδαιμονίσθην
δάκρυον, τό, -ου a tear (δακρυο-, 10, akin to lachrymal = 淚腺)
δεῖπνον, τό, -ου supper (δειπνο-, 16)
δέησις, ἡ, -εως entreaty (δεησι-, 18)
δέκα ten (25, decade = 十年)
δένδρον, τό, -ου tree (δενδρο-, 25)
δέομαι I beseech, pray (δε-, 22), -, -, -, -, ἐδεήθην, (ἐδοῦμην)
δέρω I beat (δερ-, 15), -, ἔδειρα, -, -, δαρήσομαι
δέσμιος, ὁ, -ου a prisoner (δεσμιο-, 16)
δεσμός, ὁ, -οῦ fetter, bond (δεσμο-, 18)
δεσπότης, ὁ, -ου master, lord, owner (δεσποτη-, 10, despot = 暴君)
δεῦτε come! (12)
δεύτερος, -α, -ον 第二 second (δευτερο/α-, 43, Deuteronomy = 申命記)
δέω 捆綁 I bind (δε-, 43, diadem = 王冠), -, ἔδησα, δέδεκα, δέδεμαι, ἐδέθην
δηνάριον, τό, -ου denarius (δηναριο-, 16)
διάβολος, -ον (名詞)魔鬼 the Devil;(形容詞)說讒言的 slanderous (διαβολο-, 37)
διαθήκη, ἡ, -ης 盟約 covenant (διαθηκη-, 33)
διακονέω 服事 I wait upon, serve, minister (δι + ακονε-, 37), διακονήσω, διηκόνησα, -, -, διηκονήθην, (διηκόνουν)
διακονία, ἡ, -ας 服事、職事 service, ministry (διακονια-, 34)
διάκονος, ὁ and ἡ, -ου 用人、執事 servant, minister, deacon (διακονο-, 29)
διακρίνω 主動:分辨 I discriminate, evaluate, judge;關身:疑惑 I doubt (δια + κριν-, 19), -, διεκρίνα, -, -, διεκρίθην, (διεκρινόμην)
διαλέγομαι I dispute (δια + λεγ-, 13), -, διελεξάμην, -, -, διελέχθην, (διελεγόμην)
διαλογίζομαι I debate (δια + λογιδ-, 16), -, -, -, -, -, (διελογιζόμην)
διαλογισμός, ὁ, -οῦ reasoning, questioning (διαλογισμο-, 14, dialogue = 對話)
διαμαρτύρομαι I testify solemnly (δια + μαρτυρε-, 15), -, διεμαρτυράμην, -, -, -, (διεμαρτυρόμην)
διαμερίζω 分(爭) I divide, distribute (δια + μεριδ-, 11), -, διεμερισάμην, -, διαμεμέρισμαι, διεμερίσθην, (διεμέριζον)
διάνοια, ἡ, -ας mind, understanding, thought (διανοια-, 12)
διατάσσω I command (δια + ταγ-, 16), διατάξομαι, διέταξα, διατέταχα, διατέταγμαι, διετάχθην
διαφέρω I differ (δια + φερ-, 13), -, διήνεγκα, -, -, -, (διεφερόμην)
διδασκαλία, ἡ, -ας teaching (διδασκαλια-, 21)
διδαχή, ἡ, -ῆς 教導 teaching (διδαχη-, 30, didactic = 教導的)
διέρχομαι 經過 I go through, pass through (δι + ερχ/ελευθ-, 43), διελεύσομαι, διῆλθον, διελήλυθα, -, -, (διηρχόμην)
δικαιόω 稱義、證實為義 I justify, vindicate (δικαιο-, 39), δικαιώσω, ἐδικαίωσα, -, δεδικαίωμαι, ἐδικαιώθην
δικαίωμα, τό, -ατος regulation, righteous deed (δικαιωματ-, 10)
δίκτυον, τό, -ου net (δικτυο-, 12)
διότι because (δια + οτι-, 23)
διψάω I thirst (διψα-, 16, dipsomania = 飲酒狂), διψήσω, ἐδιψήσα, -, -, -
διωγμός, ὁ, -οῦ persecution (διωγμο-, 10)
διώκω 追求、逼迫 I pursue, persecute (διωκ-, 45), διώξω, ἐδίωξα, -, δεδίωγμαι, ἐδιώχθην, (ἐδίωκον)
δοκιμάζω I prove, approve (δοκιματ-, 22), δοκιμάσω, ἐδοκίμασα, -, δεδοκίμασμαι, -
δόλος, ὁ, -ου guile, deceit (δολο-, 11)
δουλεύω I serve (δουλευ-, 25), δουλεύσω, ἐδούλευσα, δεδούλευκα, -, -
δράκων, ὁ, -οντος dragon (δρακοντ-, 13)
δυνατός, -ή, -όν 有能力、可能的 powerful, possible (δυνατο/η-, 32)
δωρέα, ἡ, -ᾶς gift (δωρεα-, 11)
δῶρον, τό, -ου gift (δωρο-, 19, Theodore, Dorothy = gift of God)

Ε
ἐγγίζω 靠近 I come near (εγγιδ-, 42), ἐγγιῶ, ἤγγισα, ἤγγικα, -, -, (ἤγγιζον)
ἐγγύς (副詞)近了 near, at hand;(介繫詞)gen: near 與⋯相近 (31)
ἐγκαταλείπω I leave behind, forsake, abandon (εγ + κατα + λιπ-, 10), ἐγκαταλείψω, ἐγκατέλιπον, -, -, ἐγκατελείφθην
ἔθος, τό, -ους custom, habit (εθεσ-, 12, ethics = 倫理學)
εἴδωλον, τό, -ου image, idol (ειδωλο-, 11)
εἴκοσι twenty (11)
εἰκών, ἡ, -όνος image (εικον-, 23, icon = 聖像)
εἰσάγω I lead in (εισ + αγ-, 11), -, εἰσήγαγον, -, -, -
εἰσπορεύομαι I enter, go in (εισ + πορευ-, 18), -, -, -, -, -, (εἰσεπορευόμην)
εἶτα then (15)
ἑκατόν hundred (17)
ἑκατοντάρχης, ὁ, -ου centurion (εκατονταρχ(η)-, 20), Or -αρχος
ἐκεῖθεν (副詞)從那裡 from there, thence (37)
ἐκκόπτω I cut out, cut off (εκ + κοπ-, 10), ἐκκόψα, -, -, -, ἐξεκόπην
ἐκλέγομαι I pick out, choose (εκ + λεγ-, 22, lit. to speak out), -, ἐξελεξάμην, -, ἐκλέλεγμαι, -, (ἐξελεγόμην)
ἐκλεκτός, -ή, όν chosen, elect (εκλεκτο/η-, 22, eclectic = [自不同材料加以]選擇,折衷)
ἐκπίπτω I fall away (εκ + πετ-, 10), -, ἐξέπεσα, ἐκπέπτωκα, -, -
ἐκπλήσομαι I am astonished, amazed (εκ + πλαγ-, 13, apoplexy = 中風), -, -, -, -, ἐξεπλάγην, (ἐξεπλησσόμην)
ἐκπορεύομαι 出來 I go out, come out (εκ + πορευ-, 33), ἐκπορεύσομαι, -, -, -, -, (ἐξεπορευόμην)
ἐκτείνω I stretch forth (εκ + τειν-, 16), ἐκτεινῶ, ἐξέτεινα, -, -, -
ἕκτος, -η, -ον sixth (εκτο/η-, 22)
ἐκχέω I pour out (εκ + χε-, 16), ἐκχεῶ, ἐξέχεα, -, -, -
ἐκχύννομαι I pour out (εκ + χυ-, 11), -, -, -, ἐκκέχυμαι, ἐξεχύθην, (ἐξεχυννόμην)
ἐλαία, ἡ, -ας olive tree (ελαια-, 15)
ἔλαιον, τό, -ου olive oil (ελαιο-, 11, akin to oil, oleo- = 人造黃油)
ἐλάχιστος, -η, -ον least (ελαχιστο/η-, 14)
ἐλέγχω I convict, reprove (ελεγχ-, 17, elenchus), ἐλέγξω, ἤλεγξα, -, -, ἠλέγχθην
ἐλεέω 憐憫 I have mercy (ελεε-, 28, eleemosynary = 慈善的), ἐλεήσω, ἠλέησα, -, ἠλέημαι, ἠλεήθην
ἐλεημοσύνη, ἡ, -ης alms (ελεημοσυνη-, 13, eleemosynary = 慈善的)
ἔλεος, τό, -ους 憐憫 pity, mercy (ελεεσ-, 27)
ἐλευθερία, ἡ, -ας liberty, freedom (ελευθερια-, 11)
ἐλεύθερος, -α, -ον free (ελευθερο/α-, 23)
ἐλπίζω 盼望 I hope (ελπιδ-, 31), ἐλπιῶ, ἤλπισα, ἤλπικα, -, -, (ἤλπιζον)
ἐμαυτοῦ, -ῆς 我自己 of myself (37) (參看 反身代名詞 詞形變化表)
ἐμβαίνω I embark, step in (a boat) (εν + βα-, 16), -, ἐνέβην, -, -, -
ἐμβλέπω I look at (εν + βλεπ-, 12), -, ἐνέβλεψα, -, -, -, (ἐνέβλεπον)
ἐμπαίζω I mock (εν + παιδ-, 13), ἐμπαίξω, ἐνέπαιξα, -, -, ἐνεπαίχθην, (ἐνέπαιζον)
ἔμπροσθεν (介繫詞)gen: before, in front of 在⋯面前 (48)
ἐμφανίζω I manifest (εν + φανιδ-, 10), ἐμφανίσω, ἐνεφάνισα, -, -, ἐνεφανίσθην
ἔνατος, -η, -ον ninth (ενατο/η-, 10)
ἐνδείκνυμι I show forth (εν + δεικ-, 11), -, ἐνεδειξάμην, -, -, -
ἐνδύω I put on, clothe (εν + δυ-, 27), -, ἐνέδυσα, -, ἐνδέδυμαι, -
ἕνεκα or ἕνεκεν gen: on account of (26)
ἐνεργέω 發動、運行 I work, effect (εν + εργε-, 21, energy = 能量), -, ἐνήργησα, -, -, -, (ἐνηργοῦμην)
ἐνιαυτός, ὁ, -οῦ year (ενιαυτο-, 14)
ἔνοχος, -ον involved in, liable, guilty (ενοχο-, 10)
ἐντέλλομαι I command (εν + τελ-, 15), ἐντελοῦμαι, ἐνετειλάμην, -, ἐντέταλμαι, -
ἕξ six (13, hexagon = 六角形)
ἐξάγω I lead out (εξ + αγ-, 12), -, ἐξήγαγον, -, -, -
ἐξαποστέλλω I send forth (εξ + απο + στελ-, 13), ἐξαποστελῶ, ἐξαπέστειλα, -, -, ἐξαπεστάλην
ἔξεστιν 可以 it is lawful (ἐξ + ἐστιν, 31)
ἔξίστημι I amaze, am amazed (εξ + στα-, 17), -, ἐξέστησα, ἐξέστακα, -, -, (ἐξιστάμην)
ἐξομολογέομαι I confess, profess (εξ + ομολογε-, 10), ἐξομολογήσομαι, ἐξωμολόγησα, -, -, -
ἐξουθενέω I despise (εξ + ουθενε-, 11), -, ἐξουθένησα, -, ἐξουθένημαι, ἐξουθενήθην
ἔξωθεν gen: from without (13)
ἑορτή, ἡ, -ῆς 節期 feast (εορτη-, 25)
ἐπαγγέλλομαι 應許 promise I promise, profess (επ + αγγελ-, 15), -, ἐπηγγειλάμην, -, ἐπήγγελμαι, -
ἔπαινος, ὁ, -ου praise (επαινο-, 11)
ἐπαίρω 舉起 I lift up (επ + αρ-, 19), -, ἐπῆρα, -, -, ἐπήρθην
ἐπαισχύνομαι I am ashamed (επ + αισχυν-, 11), -, -, -, -, ἐπαισχύνθην
ἐπάνω above; gen: over (19)
ἐπαύριον tomorrow, on the morrow (17)
ἐπεί when, since (26)
ἐπειδή since, because (10)
ἔπειτα then (16)
ἐπιβάλλω I lay upon (επι + βαλ-, 18), ἐπιβαλῶ, ἐπέβαλον, -, -, -, (ἐπέβαλλον)
ἐπιγινώσκω 知道、認出 I come to know, recognize (επι + γνο-, 44), ἐπιγνώσομαι, ἐπέγνων, ἐπέγνωκα, -, ἐπεγνώσθην
ἐπίγνωσις, ἡ, -εως knowledge (επι + γνωσι-, 20)
ἐπιζητέω I seek for (επι + ζητε-, 13), -, ἐπεζήτησα, -, -, -, (ἐπεζήτουν)
ἐπιθυμέω I desire, lust, long for, covet (επι + θυμε-, 16), ἐπιθυμήσω, ἐπεθύμησα, -, -, -, (ἐπεθύμουν)
ἐπιθυμία, ἡ, -ας 欲望、私慾 eager desire, passion (επι + θυμια-, 38)
ἐπικαλέω 主動:稱呼 I call, name;關身:呼求 I call on, appeal (επι + καλεϝ-, 30), -, ἐπεκαλέσα, -, ἐπικέκλημαι, ἐπεκλήθην
ἐπιλαυβάνομαι I take hold of, help (επι + λαβ-, 19), -, ἐπελαβόμην, -, -, -
ἐπιμένω I continue (επι + μεν-, 16), ἐπιμενῶ, ἐπέμεινα, -, -, -, (ἐπέμενον)
ἐπιπίπτω I fall upon (επι + πετ-, 11), -, ἐπέπεσον, ἐπιπέπτωκα, -, -
ἐπισκέπτομαι I visit, have a care for (επι + σκεπ-, 11, episcopal = 主教制的), -, ἐπεσκεψάμην, -, -, -
ἐπίσταμαι I understand, know (επι + στα-, 14), -, -, -, -, -
ἐπιστολή, ἡ, -ῆς letter, epistle (επιστολη-, 24)
ἐπιστρέφω (使)轉身、轉回 I turn, return (επι + στρεφ-, 36), ἐπιστρέψω, ἐπέστρεψα, -, -, ἐπεστράφην
ἐπιτάσσω I command (επι + ταγ-, 10), -, ἐπέταξα, -, -, -
ἐπιτελέω I complete, perform (επι + τελεϝ-, 10), ἐπιτελέσω, ἐπετέλεσα, -, -, -
ἐπιτίθημι 放在⋯上 I lay upon (επι + θε-, 39), ἐπιθήσω, ἐπέθηκα, -, -, -, (ἐπετίθουν)
ἐπιτιμάω 責備、嚴囑 I rebuke, warn (επι + τιμα-, 29), -, ἐπετιμησα, -, -, -, (ἐπετίμων)
ἐπιτρέπω I permit (επι + τρεπ-, 18), -, ἐπέτρεψα, -, -, ἐπετράπην
ἐπουράνιος, -ιον heavenly (επ + ουρανο-, 19)
ἐργάζομαι 作工 I work (εργατ-, 41), -, ἠργασάμην, -, -, -, (ἠργαζόμην)
ἐργάτης, ὁ, -ου workman, worker (εργατη-, 16)
ἔρημος, ἡ, -ου (名詞)曠野 wilderness, desert;(形容詞)荒涼的 desolate (ερημο-, 48, hermit = 隱士)
ἔσωθεν from within, within (12)
ἑτοιμάζω 豫備 I prepare (ετοιματ-, 40), ἑτοιμάσω, ἡτοίμασα, ἡτοίμακα, ἡτοίμασμαι, ἡτοιμάσθην
ἕτοιμος, -η, -ον ready, prepared (ετοιμο/η-, 17)
ἔτος, τό, -ους 年 year (ετεσ-, 49)
εὐδοκέω I think it good, am well pleased with (ευδοκε-, 21), -, εὐδόκησα, -, -, -
εὐθέως (副詞)立刻 immediately (36)
εὐλογέω 祝福、稱頌 I bless (ευλογε-, 42, eulogy = 頌詞), εὐλογήσω, εὐλόγησα, εὐλόγηκα, εὐλόγημαι, εὐλογηθήσομαι
εὐλογία, ἡ, -ας a blessing (ευλογια-, 16)
εὐσέβεια, ἡ, -ας piety, godliness (ευσεβεια-, 15, Eusebius = 優西比)
εὐφραίνω I rejoice (ευφραν-, 14), -, -, -, -, εὐφράνθην, (εὐφραινόμην)
εὐχαριστέω 感謝 I give thanks (ευ + χαριστε-, 38, Eucharist = 聖餐), -, εὐχαρίστησα, -, -, εὐχαριστήθην
εὐχαριστία, ἡ, -ας thanksgiving (ευχαριστια-, 15)
ἐφίστημι I stand over, come upon (εφ + στα-, 21), -, ἐπέστην, ἐφέστηκα, -, -
ἐχθρός, -ά, -όν (名詞)仇敵 enemy;(形容詞)敵對的 hostile (εχθρο/α-, 32)

Ζ
ζῆλος, ὁ, -ου zeal, jealousy (ζηλο-, 16)
ζηλόω I am zealous (ζηλο-, 11, zeal = 熱心), -, ἐζήλωσα, -, -, -
ζύμη, ἡ, -ης leaven, yeast (ζυμη-, 13, enzyme = 酵素)
ζῷον, τό, -ου living creature, animal (ζωο-, 23, zoology = 動物學)
ζῳοποιέω I make alive (ζῳοποιε-, 11), ζῳοποιήσω, ἐζῳοποίησα, -, -, ζῳοποιήθην

Η
ἡγεμών, ὁ, -όνος leader, governor (ηγεμον-, 20, hegemony = 霸權)
ἡγέομαι ①領首 I lead, rule; ②視為 I regard, consider (ηγε-, 28), -, ἡγήσαμην, -, ἥγημαι, -
ἥκω I have come (ηκ-, 26), ἥξω, ἧξα, ἥκα, -, -
ἥλιος, ὁ, -ου 太陽 sun (ηλιο-, 32, helium = 氦)

Θ
θανατόω I put to death (θανατο-, 11), θανατώσω, ἐθανάτωσα, -, -, ἐθανατώθην
θάπτω I bury (θαπ-, 11), -, ἔθαψα, -, -, ἐτάφην
θαυμάζω 希奇 I marvel, wonder at (θαυματ-, 43, thaumaturge = 魔術師), -, ἐθαύμασα, -, -, ἐθαυμάσθην, (ἐθαύμαζον)
θεάομαι I behold, look on (θεα-, 22, theater = 戲院), -, ἐθεασάμην, -, τεθέαμαι, ἐθεάθην
θεμέλιος, ὁ, -ου a foundation (θεμελιο-, 15)
θεραπεύω 醫治 I heal (θεραπευ-, 43, therapeutic = 治療的), θεραπεύσω, ἐθεράπευσα, -, τεθεράπευμαι, ἐθεραπεύθην
θερίζω 收成 I reap (θεριτ-, 21), θερίσω, ἐθέρισα, -, -, ἐθερίσθην
θερισμός, ὁ, -οῦ harvest (θερισμο-, 13, thermal = 熱的)
θηρίον, τό, -ου 野獸 wild beast (θηριο-, 46, theriomorphic = 獸形的)
θλῖψις, ἡ, -εως 患難 tribulation (θλιψι-, 45)
θησαυρός, ὁ, οῦ storehouse, treasure (θησαυρο-, 17, thesaurus = [同義詞的]詞典)
θλίβω I press, oppress (θλιβ-, 10), -, -, -, τέθλιμμαι, ἐθλίβην
θρίξ, ἡ, τριχός hair, thread (τριχ-, 15) (τ aspirates to θ in nom sg and dat pl)
(θρίξ, τριχός, -, τρίχα, τρίχες, τριχῶν, θριξίν, τρίχας)
θυγάτηρ, ἡ, -τρός 女兒 daughter (θυγατερ-, 28)
θυμός, ὁ, -οῦ wrath (θυμο-, 18)
θύρα, ἡ, -ας 門 door (θυρα-, 39)
θυσία, ἡ, -ας 祭祀、祭物 sacrifice (θυσια-, 28)
θυσιαστήριον, τό, -ου altar (θυσιαστηριο-, 23)
θύω I sacrifice, kill (θυ-, 14, thyme = 百里香), -, ἔθυσα, -, τέθυμαι, ἐτύθην, (ἔθυον)

Ι
ἰάομαι I heal (ια-, 26, pediatrics = 小兒科 medical care of children [παῖς]), ἰάσομαι, ἰασάμην, -, ἴαμαι, ἰάθην, (ἰώμην)
ἱερεύς, ὁ, -έως 祭司 priest (ιερεϝ-, 31, hierarchy = 僧侶統治)
ἱκανός, -ή, -όν 多、夠、配 sufficient, considerable, worthy (ικανο/η-, 39)
ἵππος, ὁ, -ου horse (ιππο-, 17, hippopotamus = 河馬 lit. a river-horse)
ἰσχυρός, -ά, -όν 強壯、有力的 strong, mighty (ισχυρο/α-, 29)
ἰσχύς, ἡ, -ύος strength (ισχυ-, 10)
ἰσχύω 強壯、能夠、得勝 I am strong, able (ισχυ-, 28), ἰσχύσω, ἴσχυσα, -, -, -, (ἴσχυον)
ἰχθύς, ὁ, -ύος fish (ιχθυ-, 20, ichthyology = 魚類學)

Κ
καθάπερ as, even as (13)
καθαρίζω 潔淨 I cleanse (καθαριδ-, 31, catharsis = 淨化), καθαριῶ, ἐκαθάρισα, -, κεκαθάρισμαι, ἐκαθαρίσθην
καθαρός, -ά, -όν clean, pure (καθαρο/α-, 27, catharsis = 淨化)
καθεύδω I sleep (καθευδ-, 22), -, -, -, -, -, (ἐκάθευδον)
καθίζω 坐 I seat, sit (καθιδ-, 46, cathedral = 大教堂), καθίσω, ἐκάθισα, κεκάθικα, -, -
καθίστημι I set, constitute (κατα + στα-, 21), καταστήσω, κατέστησα, -, -, κατεστάθην
καινός, -ή, -όν 新的 new, fresh (καινο/η-, 42)
καίω I burn (καυ-, 12, caustic = 腐蝕性的), καύσω, ἔκαυσα, -, κέκαυμαι, ἐκαύθην
κακία, ἡ, -ας malice, evil (κακια-, 11)
κακῶς badly (16)
κάλαμος, ὁ, -ου reed (καλαμο-, 12, calamus = 蘆笛)
καλῶς (副詞)好、不錯 well, rightly (37)
καπνός, ὁ, -οῦ smoke (καπνο-, 13)
καταβολή, ἡ, -ῆς foundation (καταβολη-, 11)
καταγγέλλω I proclaim (κατα + αγγελ-, 18), -, κατήγγειλα, -, -, -, (κατήγγελλον)
καταισχύνω I put to shame (κατα + αισχυν-, 13), -, -, -, -, κατῃσχύνθην, (κατῃσχυνόμην)
κατακαίω I burn up (κατα + καυ-, 12), κατακαύσω, κατέκαυσα, -, -, κατεκάην, (κατέκαινον)
κατάκειμαι I lie down, lie sick, recline (at meals) (κατα + κει-, 12), -, -, -, -, -, (κατεκείμην)
κατακρίνω I condemn (κατα + κριν-, 18), -, κατέκρινα, -, κατακέκριμαι, κατεκρίθην
καταλαμβάνω I overtake, apprehend (κατα + λαβ-, 15), -, κατέλαβον, -, κατείληπμαι, κατελήμφθην
καταλείπω I leave (κατα + λειπ-, 24), καταλείψω, κατέλειψα or κατέλιπον, -, καταλέλειμαι, κατελείφθην
καταλύω I destroy, I lodge (κατα + λυ-, 17, catalyze = 催化), καταλύσω, κατέλυσα, -, -, κατελύθην
κατανοέω I observe (κατα + νοε-, 14), -, κατενόησα, -, -, -, (κατενόουν)
καταντάω I come up, arrive (κατα + ντα-, 13), καταντήσω, κατήντησα, κατήντηκα, -, -
καταργέω I bring to naught, abolish (κατα + εργε-, 27), καταργήσω, κατήργησα, κατήργηκα, κατήργημαι, κατηργήθην
καταρτίζω I mend, fit, perfect (κατα + ερτιδ-, 13), καταρτίσω, κατήρτισα, -, κατήρτισμαι, -
κατασκευάζω I prepare (κατα + σκευαδ-, 11), κατασκευάσω, κατεσκεύσσα, -, κατεσκεύασμαι, κατεσκευάσθην
κατεργάζομαι I work out, bring about (κατ + εργατ-, 22), -, κατειργασάμην, -, -, κατειργάσθην
κατέρχομαι I come/go down (κατ + ερχ-, 16), -, κατῆλθον, -, -, -
κατεσθίω I eat up, devour (κατ + εσθι-, 14), -, κατέφαγον, -, -, -
κατέχω I hold fast, hold back (κατ + σεχ-, 17), -, κατέσχον, -, -, -, (κατεῖχον)
κατηγορέω I accuse (κατηγορε-, 23, categorical = 斷言的), κατηγορέσω, κατηγόρησα, -, -, -, (κατηγόρουν)
κατοικέω 居住 I inhabit, dwell (κατ + οικε-, 44), -, κατῴκησα, -, -, -
καυχάομαι 誇口 I boast (καυχα-, 37), καυχήσομαι, ἐκαυχησάμην, -, κεκαύχημαι, -
καύχημα, τό, -ατος boasting, ground of boasting (καυχηματ-, 11)
καύχησις, ἡ, -εως boasting (καυχησι-, 11)
κεῖμαι I lie, am laid (κει-, 24), -, -, -, -, -, (ἐκειόμην)
κελεύω I order (κελευ-, 25), -, ἐκέλευσα, -, -, -, (ἐκέλευον)
κενός, -ή, -όν empty, vain (κενο/η-, 18, cenotaph = 衣冠塚)
κερδαίνω I gain (κερδα-, 17), κερδήσω, ἐκέρδησα, -, -, κερδηθήσομαι
κέρας, τό, -ατος horn (κερατ-, 11, rhinoceros = 犀牛 lit. nose-horn)
κλάδος, ὁ, -ου branch (of a tree) (κλαδο-, 11)
κλαίω 哭泣 I weep (κλαϝ-, 40), κλαύσω, ἔκλαυσα, -, -, -, (ἔκλαιον)
κλάω I break (bread) (κλα-, 14, iconoclast = 偶像破壞者 a breaker of images), -, ἔκλασα, -, -, -
κλείω I shut (κλει-, 16), κλείσω, ἔκλεισα, -, κέκλεισμαι, ἐκλείσθην
κλέπτης, ὁ, -ου thief (κλεπτη-, 16)
κλέπτω I steal (κλεπ-, 13, kleptomaniac), κλέψα, ἔκλεψα, -, -, -
κληρονομέω I inherit (κληρονομε-, 18), κληρονομήσω, ἐκληρονόμησα, κεκληρονόμηκα, -, -
κληρονομία, ἡ, -ας inheritance (κληρονομια-, 14)
κληρονόμος, ὁ, -ου heir (κληρονομο-, 15)
κλῆρος, ὁ, -ου lot (that which is cast or drawn); portion (κληρο-, 11, clergy = 神職人員)
κλῆσις, ἡ, -εως (divine) calling, invitation, summons (κλησι-, 11)
κλητός, -ή, -όν called (κλητο/η-, 10)
κοιλία, ἡ, -ας belly, womb (κοιλια-, 22, coeliac = 腹腔的)
κοιμάομαι I sleep (κοιμα-, 18, cemetery = 墓地 lit. sleeping chamber), -, -, -, κεκοίμημαι, ἐκοιμήθην
κοινός, -ή, -όν common, unclean (ceremonially) (κοινο/η-, 14, Koine = [希臘]通用語)
κοινόω I make common, defile (κοινο-, 14), -, ἐκοίνωσα, κεκοίνωκα, κεκοίνωμαι, -
κοινωνία, ἡ, -ας fellowship, contribution (κοινωνια-, 19)
κοινωνός, ὁ, -οῦ partner, sharer (κοινωνο-, 10)
κολλάω I join, cleave to (κολλα-, 12, colloid = 膠質), -, -, -, -, ἐκολλήθην
κομίζω 得著 I receive (κομιδ-, 10), κομίσομαι, ἐκομισάμην, -, -, -
κοπιάω I toil, am weary (κοπι-, 23), -, ἐκοπίασα, κεκοπίακα, -, -
κόπος, ὁ, -ου labor, trouble (κοπο-, 18)
κοσμέω I adorn (κοσμε-, 10, cosmetics = 化妝品), -, ἐκόσμησα, -, κεκόσμημαι, -, (ἐκόσμουν)
κράβαττος , ὁ, -ου mattress, pallet, bed (of a poor man) (κραβαττο-, 11)
κρατέω 抓握 I grasp, am strong (κρατε-, 47, plutocratic = 富豪的 grasping wealth), κρατήσω, ἐκράτησα, κεκράτηκα, κεκράτημαι, -
κράτος, τό, -ους power, dominion (κρατεσ-, 12, democracy = 民主政治 rule by people)
κρείττων, -ονος better (19), Or: κρείσσων
κρίμα, τό, -ατος judgment (κριματ-, 27)
κρίσις, ἡ, -εως 審判、公義 judgment, justice (κρισι-, 47, crisis = 危機)
κριτής, ὁ, -οῦ 審判官 a judge (κριτη-, 19, critic = 評論家)
κρυπτός, -ή, -όν hidden, secret (κρυπτο/η-, 17, cryptic = 隱祕的)
κρύπτω I conceal, hide (κρυπ-, 19, cryptic = 隱祕的), -, ἔκρυψα, -, κέκρυμμαι, ἐκρύβην
κτίζω I create (κτιδ-, 15), -, ἔκτισα, -, ἔκτισμαι, ἐκτίσθην
κτίσις, ἡ, -εως creation, creature (κτισι-, 19)
κωλύω I forbid, hinder (κωλυ-, 23), -, ἐκώλυσα, -, -, ἐκωλύθην, (ἐκώλυον)
κώμη, ἡ, -ης village (κωμη-, 27)
κωφός, -ή, -όν deaf, dumb (κωφο/η-, 14)

Λ
λατρεύω I serve, worship (λατρευ-, 21, Mariolatry = 聖母崇拜 worship of Mary), λατρεύσω, ἐλάτρευσα, -, -, -
λευκός, -ή, -όν white (λευκο/η-, 25, leukemia = 白血病 lit. white blood [αἷμα])
λῃστής, ὁ, -οῦ robber (ληστη-, 15)
λίαν greatly (12)
λίμνη, ἡ, -ης lake (λιμνη-, 11, limnology = 湖沼學)
λιμός, ἡ, -οῦ hunger, famine (λιμο-, 12, limosis = 飢餓病 excessive hunger)
λογίζομαι 算、想 I account, reckon, think (λογιδ-, 40, logic = 邏輯), -, ἐλογισάμην, -, -, ἐλογίσθην, (ἐλογιζόμην)
λυπέω I grieve (λυπε-, 26), -, ἐλύπησα, λελύπηκα, -, ἐλυπήθην
λύπη, ἡ, -ης pain, grief (λυπη-, 16)
λυχνία, ἡ, -ας lampstand (λυχνια-, 12)
λύχνος, ὁ, -ου lamp (λυχνο-, 14)

Μ
μακράν far away (10, macro- 宏觀的)
μακρόθεν from afar, afar (14)
μακροθυμέω I am patient (μαδροθυμε-, 10), -, ἐμακροθύμησα, -, -, -
μακροθυμία, ἡ, -ας long-suffering, patience, forebearance (μακροθυμια-, 14)
μάλιστα especially (12)
μανθάνω I learn (μαθ-, 25, math = 數學), -, ἔμαθον, μεμάθηκα, -, -
μαρτυρία, ἡ, -ας 見證、證據 testimony, witness, evidence (μαρτυρια-, 37)
μαρτύριον, τό, -ου testimony, witness, proof (μαρτυριο-, 19, martyrdom = 殉道)
μάρτυς, ὁ, -υρος 見證人 witness (μαρτυρ-, 35, martyr = 殉道者)
μάχαιρα, ἡ, -ης 刀劍 sword, daggar (μαχαιρα-, 29)
μέλει It is a care (μελ-, 10), -, -, -, -, -, (ἔμελεν)
μέλος, τό, -ους 肢體 a member, body part (μελεσ-, 34)
μερίζω I divide (μεριδ-, 14), -, ἐμέρισα, -, μεμέρισμαι, ἐμερίσθην
μεριμνάω I anxious, distracted (μεριμνα-, 19), μεριμνήσω, ἐμερίμνησα, -, -, -
μέρος, τό, -ους 部份 part (μερεσ-, 42, pentamerous = 五跗節的)
μεταβαίνω I depart (μετα + βα-, 12), μεταβήσομαι, μετέβην, μεταβέβηκα, -, -
μετανοέω 悔改 I repent (μετα + νοε-, 34), -, μετενόησα, -, -, -
μετάνοια, ἡ, -ας repentance (μετανοια-, 22)
μετρέω I measure (μετρε-, 11), -, ἐμέτρησα, -, -, ἐμετρήθην
μέτρον, τό, -ου a measure (μετρο-, 14, meter = 測量計)
μέχρι until; gen: as far as (17)
μηκέτι no longer (22)
μήν, ὁ, μηνός month (μην-, 19, menology = 月歷 a Greek Church calendar)
μήποτε lest perchance, perhaps (25)
μήτε 也不 neither, nor (34)
μήτι not? (18, interrogative particle)
μικρός, -ά, -όν 小 small, little (μικρο/α-, 46, microwave = 微波爐)
μιμνῄσκομαι I remember (μνη-, 23), -, -, -, μέμνημαι, ἐμνήσθην
μισέω 恨惡 I hate (μισε-, 40, misogynist = woman-hater 厭惡女人者), μισήσω, ἐμίσησα, μεμίσηκα, μεμίσημαι, -, (ἐμίσουν)
μισθός, ὁ, -οῦ 工價、賞賜 wages, reward (μισθο-, 29)
μνημεῖον, τό, -ου 墳墓 tomb, monument (μνημειο-, 40)
μνημονεύω I remember (μνημονευ-, 21, mnemonic = 助記的), -, ἐμνημόνευσα, -, -, -, (ἐμνημόνευον)
μοιχεύω I commit adultery (μοιχευ-, 15), μοιχεύσω, ἐμοίχευσα, -, -, ἐμοιχεύθην
μύρον, τό, -ου ointment (μυρο-, 14)
μυστήριον, τό, -ου 奧祕 mystery (μυστηριο-, 28)
μωρός, -ά, -όν foolish (μωρο/η-, 12, moron = 低能者)

Ν
ναί (質詞)是的 yes, indeed (33)
ναός, ὁ, -οῦ 殿宇 temple (ναο-, 45)
νεανίσκος, ὁ, -ου youth, young man (νεανισκο-, 11)
νεφέλη, ἡ, -ης cloud (νεφελη-, 25, nephelometer)
νήπιος, ὁ, -ου infant, child (νηπιο-, 15)
νηστεύω I fast (νηστευ-, 20), νηστεύσω, ἐνήστευσα, -, -, -
νικάω 得勝 I conquer, overcome (νικα-, 28, Nichalos = victor over people), νικήσω, ἐνίκησα, νενίκηκα, -, ἐνικήθην
νίπτω I wash (νιπ-, 17), -, ἔνιψα, -, -, -
νοέω I understand (νοε-, 14, noetic = 理智的), νοήσω, ἐνόησα, νενόηκα, -, -
νομίζω I suppose (νομιδ-, 15), -, ἐνόμισα, -, -, -, (ἐνόμιζον)
νόσος, ἡ, -ου disease, sickness (νοσο-, 11, nosology = 疾病分類學)
νοῦς, ὁ, νοός the mind (νοϝ-, 24, noetic = 理智的)
νυμφίος, ὁ, -ου bridegroom (νυμφιο-, 16, akin to nuptial = 婚姻)
νυνί now (20)

Ξ
ξενίζω I entertain (a stranger); I startle, bewilder (ξενιδ-, 10), -, ἐξένισα, -, -, ἐξενίσθην
ξένος, -η, -ον adj: strange; noun: stranger, host (ξενο/η-, 14)
ξηραίνω I dry up (ξηραν-, 15, xerophite = 旱生植物), -, ἐξήρανα, -, ἐξήραμμαι, ἐξηράνθην
ξύλον, τό, -ου wood, tree (ξυλο-, 20, xylophone = 木琴)

Ο
ὅδε, ἥδε, τόδε this (here) (ο + δε-, 10)
ὀδούς, ὁ, -όντος tooth (οδοντ-, 12, odontology)
ὅθεν wherefore, from where (15)
οἰκοδεσπότης, ὁ, -ου householder (οικο + δεσποτη-, 12)
οἰκοδομέω 建造、造就 I build, edify (οικοδομε-, 40), οἰκοδομήσω, ᾠκοδόμησα, ᾠκοδόμηκα, -, οἰκοδομήθην or ᾠκοδομήθην, (ᾠκοδόμουν)
οἰκοδομή, ἡ, -ῆς building, edification (οικοδομη-, 18)
οἰκονόμος, ὁ, -ου steward (οικο + νομο-, 10, economy = 經濟)
οἰκουμένη, ἡ, -ης the (inhabited) world (οικουμενη-, 15, ecumenical = 一般的)
οἶνος, ὁ, -ου 酒 wine (οινο-, 34)
οἷος, -α, -ον (相關代名詞)such as (οιο/α-, 14)
ὀλίγος, -η, -ον 小、少 little, few (ολιγο/η-, 40, oligarchy = rule by the few 寡頭政治)
ὄμνυμι I swear, take an oath (ομ-, 26), -, ὤμοσα, -, -, -
ὅμοιος, -α, -ον 好像 like (ομοιο/α-, 45, homosexual = 同性戀)
ὁμοιόω I make like, liken (ομοιο-, 15), ὁμοιώσω, ὡμοίωσα, -, -, ὡμοιώθην
ὁμοθυμαδόν with one accord (11) (adv)
ὁμοίως 同樣地 likewise, in the same way (30)
ὁμολογέω I confess, profess (ομολογε-, 26, lit. to say like/same thing, homologous = 一致的), ὁμολογήσω, ὡμολόγησα, -, -, -, (ὡμολόγουν)
ὀνομάζω I name (ονοματ-, 10), -, ὠνόνασα, -, -, ὠνομάσθην
ὄντως really (10, ontology 實體論)
ὀπίσω (介繫詞)gen: behind, after 在⋯之後;(副詞)back, behind 後面 (35)
ὅραμα, τό, -ατος vision (οραματ-, 12, panorama = a complete view 全景)
ὀργή, ἡ, -ῆς 忿怒 anger, wrath (οργη-, 36)
ὅριον, τό, -ου border, boundary (οριο-, 12)
ὅρκος, ὁ, -ου oath (ορκο-, 10)
οὐαί (感歎詞)有禍了 woe! alas! (46)
οὐδέποτε never (16)
οὐκέτι (副詞)不再 no longer, no more (47)
οὔπω (副詞)尚未 not yet (26)
οὗ where (24) (參看 易混淆的詞形)
οὖς, τό, ὠτός 耳朵 ear (ωτ-, 36, otology = 耳科) (參看 易混淆的詞形)
ὀφείλω 應該、虧欠 I am obligated, ought, I owe (οφειλ-, 35), -, -, -, -, -, (ὤφειλον)
ὄφις, ὁ, -εως serpent (οφι-, 14, ophiolatry = snake worship 蛇崇拜)
ὀψία, ἡ, -ας evening (οψια-, 14)

Π
πάθημα, τό, -ατος suffering (παθηματ-, 16, pathology)
παιδεύω I teach, chastise (παιδευ-, 13), -, ἐπαίδευσα, -, πεπαίδυμαι, ἐπαιδεύθην, (ἐπαίδευον)
παιδίσκη, ἡ, -ης a maid servant (παιδισκη-, 13)
παῖς, ὀ and ἡ, παιδός boy, girl, child, servant (παιδ-, 24, pediatrics = 小兒科)
παλαιός, -ά, -όν 老、舊 old (παλαιο/α-, 19, paleology = 古物學)
παντοκράτωρ, ὁ, -ορος ruler of all, the Almighty (παντο + κρατορ-, 10)
πάντοτε (副詞)常常 always (41)
παραγγέλλω 吩咐 I command, charge (παρ + αγγελ-, 32), -, παρήγγειλα, -, παρήγγελμαι, -, (παρήγγελλον)
παραγίνομαι 來到 I come, arrive (παρα + γεν-, 37), -, παρεγενόμην, -, -, -, (παρεγινόμην)
παράγω I pass by (παρ + αγ-, 10), -, -, -, -, -
παράδοσις, ἡ, -εως a tradition (παραδοσι-, 13)
παραιτέομαι I make excuse, refuse (παρ + αιτε-, 12), -, παρῃτησάμην, -, παρῃτημαι, -, (παρῃτούμην)
παράκλησις, ἡ, -εως 勸勉、安慰 exhortation, consolation (παρακλησι-, 29)
παραλαμβάνω 領受、帶著 I receive from, take along (παρα + λαβ-, 49), παραλήμψομαι, παρέλαβον, -, -, παραλημφθήσομαι
παραλυτικός, -ή, -όν paralytic (παραλυτικο/η-, 10)
παράπτωμα, τό, -ατος a trespass (παρα + πτωματ-, 19)
παρατίθημ I set before;關身:I entrust (παρα + θε-, 19), παραθήσω, παρέθηκα, -, -, -
παραχρῆμα immediately (18)
πάρειμι I am present, I have arrived (παρά + εἰμι, 24), παρέσομαι, -, -, -, -, (παρήμην)
παρευβολή, ἡ, -ῆς camp, army, fortress (παρεμβολη-, 10)
παρέρχομαι 經過、廢去 I pass by, pass away (παρ + ερχ-, 29), παρελεύσομαι, παρῆλθον, παρελήλυθα, -, -
παρέχω I offer, afford (παρ + σεχ-, 16), -, παρέσχον, -, -, -, (παρεῖχον)
παρθένος, ἡ, -ου virgin (παρθενο-, 15, parthenogenesis = 單性生殖)
παρίστημι 獻上、站在旁邊 I present, stand by (παρ + στα-, 41), παραστήσω, παρέστησα, παρέστηκα, -, παρεστάθην
παρουσία, ἡ, -ας presence, coming (παρουσια-, 24, Parousia = 基督再臨)
παρρησία, ἡ, -ας 膽量、明講、公開 boldness, plainness, openness (παρρησια-, 31)
πάσχα, τό 逾越節 Passover, Passover lamb (29) [Indeclinable]
πάσχω 受苦 I suffer (παθ-, 42, paschal = 逾越節的), -, ἔπαθον, πέπονθα, -, -
πατάσσω I smite (παταγ-, 10), πατάξω, ἐπάταξα, -, -, -
παύομαι 停止 I cease (παυ-, 15), παύσομαι, ἐπαυσάμην, -, πέπαυμαι, ἐπαύθην, (ἐπαυόμην)
πεινάω I hunger (πεινα-, 23), πεινάσω, ἐπεινασα, -, -, -
πειράζω 試探、試煉 I test, tempt, attempt (πειραδ-, 38), -, ἐπείρασα, -, πεπείρασμαι, ἐπειράθην, (ἐπείραζον)
πειρασμός, ὁ, -οῦ temptation (πειρασμο-, 21)
πενθέω I mourn (πενθε-, 10), πενθήσω, ἐπένθησα, -, -, -
πέντε 五 five (38, Pentateuch = 摩西五經)
πέραν gen: beyond (23)
περιβάλλω I put around, clothe (περι + βαλ-, 23), -, περιέβαλον, -, περιβέβλημαι, -
περισσεύω 有餘、富足 I abound, am rich (περισσευ-, 39), -, ἐπερίσσευσα, -, -, περισσευθήσομαι, (ἐπερίσσευον)
περισσοτέρως more abundantly (12)
περιστερά, ἡ, -ᾶς dove (περιστερα-, 10)
περιτέμνω I circumcise (περι + τεμ-, 17), -, περιέτεμον, -, περιτέτμημαι, περιετμήθην
περιτομή, ἡ, -ῆς 割禮 circumcision (περιτομη-, 36)
πετεινόν, τό, -οῦ bird (πετεινο-, 14)
πέτρα, ἡ, -ας rock (πετρα-, 15, petrify = 石化)
πηγή, ἡ, -ῆς spring, fountain (πηγη-, 11)
πιάζω I take, seize (πιαδ-, 12), -, ἐπίασα, -, -, ἐπιάσθην
πίμπλημι I fill (πλε-, 24), -, ἔπλησα, -, πέπλησμαι, ἐπλήσθην
πλανάω 欺哄、迷惑 I lead astray, deceive (πλανα-, 39, planet = wandering star 行星), πλανήσω, ἐπλάνησα, -, πεπλάνημαι, ἐπλανήθην
πλάνη, ἡ, -ης wandering, error (πλανη-, 10, planet = 行星 a “wandering” star)
πλεονεξία, ἡ, -ας covetousness, greediness (πλεονεξια-, 10)
πληγή, ἡ, -ῆς blow, would, plague (πληγη-, 22)
πλῆθος, τό, -ους 許多、眾人 multitude (πληθεσ-, 31, plethora = 過剩)
πληθύνω I multiplly (πληθυν-, 12), πληθυνῶ, ἐπλήθυνα, -, -, ἐπληθύνθην, (ἐπληθυνόμην)
πλήν (連接詞)然而 nevertheless, but;(介繫詞)gen: except 除了⋯ (31)
πλησίον near; neighbor (17)
πλήρης, -ες 充滿的 full (πληρεσ-, 17)
πλήρωμα, τό, -ατος fulness (πληρωματ-, 17)
πλούσιος, -α, -ον 富足的 rich (πλουσιο/α-, 28, plutocratic = grasping wealth 富豪的)
πλουτέω I am rich (πλουτε-, 12), -, ἐπλούτησα, πεπλούτηκα, -, -
πλοῦτος, ὁ, -ου wealth, riches (πλουτο-, 22, plutocrat = 富豪)
πνευματικός, -ή, -όν spiritual (πνευματικο/η-, 26)
πόθεν (連接詞)從哪裡 from where? (29)
ποικίλος, -η, -ον varied, manifold (ποικιλο/η-, 10)
ποιμαίνω I shepherd, rule (ποιμαν-, 11), ποιμανῶ, ἐποίμανα, -, -, -
ποιμήν, ὁ, -ένος 牧人 shepherd (ποιμεν-, 18, poimenic = of pastoral theology 教牧神學)
ποῖος, -α, -ον (疑問代名詞)①哪種?what sort of? ②什麼?what? (=τίς) (ποιο/α-, 33)
πόλεμος, ὁ, -ου war (πολευμο-, 18, polemics = 辯証法)
πολλάκις 常常 often (18)
πορνεία, ἡ, -ας fornication (πορνεια-, 25, pornography = 色情[書畫])
πόσος, -η, -ον how great? how much? (ποσο/η-, 27)
ποταμός , ὁ, -οῦ 河 river (ποταμο-, 17, hippopotamus = 河馬 lit. a river-horse)
ποτέ (質詞)從前 formerly, once;從來 ever, at any time (29) (參看 易混淆的詞形)
πότε (副詞)幾時 when? (19) (參看 易混淆的詞形)
ποτήριον, τό, -ου 杯 cup (ποτηριο-, 31)
ποτίζω I give drink to (ποτιδ-, 15, akin to potion 一劑[藥]), -, ἐπότισα, πεπότικα, -, ἐποτισθην, (ἐπότιζον)
πόρνη, ἡ, -ης prostitute (πορνη-, 12, pornography = 色情[書畫])
πόρνος, ὁ, -ου fornicator (πορνο-, 10, pornography = 色情[書畫])
ποῦ (副詞)在哪裡 where? whither? (48) (參看 易混淆的詞形)
πρᾶγμα, τό, -ατος deed, matter, thing (πραγματ-, 11, pragmatic = 實用的)
πράσσω 行、做 I do, perform, practice (πραγ-, 39, practice = 實行), πράξω, ἔπραξα, πέπρακα, πέπραγμαι, -
πραΰτης, ἡ, -ῆτος gentleness, humility, courtesy (πραυτητ-, 11)
πρίν before (13)
πρό (介繫詞)gen: before ⋯之前 (47, prologue = 序幕)
προάγω I lead forth, go before (προ + αγ-, 20), προάξω, προήγαγον, -, -, -, (προῆγον)
πρόβατον, τό, -ου 羊、綿羊 sheep (προβατο-, 39)
πρόθεσις, ἡ, -εως setting forth, purpose (προθεσι-, 12)
προσδέχομαι I receive, wait for (προσ + δεχ-, 14), -, προσεδεξάμην, -, -, -, (προσεδεχόμην)
προσδοκάω I wait for (προσ + δοκα-, 16), -, -, -, -, -, (προσεδόκων)
προσευχή, ἡ, -ῆς 禱告 prayer (προσευχη-, 36)
προσέχω I attend to, give heed to (προσ + σεχ-, 24), -, -, προσέσχηκα, -, -, (προσεῖχον)
προσκαλέομαι 召來 I summon (προσ + καλεϝ-, 29), -, προσεκαλεσάμην, -, προσκέκλημαι, -
προσκαρτερέω I continue in or with (προσ + καρτερε-, 10), προσκαρτερήσω, -, -, -, -
προσλαμβάνω I receive (προσ + λαβ-, 12), -, προσελαβόμην, -, -, -
προστίθημι I add, add to (προσ + θε-, 18), -, προσέθηκα, -, -, προσετέθην, (προσετίθουν)
προσφέρω 主動:帶來、獻上 I bring to, offer;關身:對待 I treat, deal with (προσ + φερ/οι/ενεχ-, 47), -, προσήνεγκον, προσενήνοχα, -, προσηνέχθην
πρότερος, -α, -ον former; adv: before (προτερο/α-, 11, proto- 原[始])
προφητεία, ἡ, -ας prophecy (προφητεια-, 19)
προφητεύω 預言、講道 I prophesy (προφητευ-, 28), προφητεύσω, ἐπροφήτευσα, -, -, -, (ἐπροφήτευον)
πρωΐ in the morning, early (12)
πτωχός, -ή, -όν 貧窮 poor (πτωχο/η-, 34)
πύλη, ἡ, -ης gate, porch (πυλη-, 10, pylon = 塔門)
πυλών, ὁ, -ῶνος vestibule, gateway (πυλων-, 18, pylon = 塔門)
πυνθάνομαι I inquire (πυθ-, 12), -, ἐπυθόμην, -, -, -, (ἐπυνθανόμην)
πωλέω I sell (πωλε-, 22, monopoly = 壟斷), -, ἐπώλησα, -, -, -, (ἐπώλουν)
πῶλος, ὁ, -ου colt (πωλο-, 12)

Ρ
ῥαββί, ὁ my master, rabbi (15) [Indeclinable]
ῥάβδος, ἡ, -ου staff, rod (ραβδο-, 12, rhabdomancy = 棍卜 divination by rods)
ῥίζα, ἡ, -ης root (ριζα-, 17, rhizome = 根莖)
ῥύομαι I rescue, deliver (ρυ-, 17), ῥύσομαι, ἐρρυσάμην, -, -, ἐρρύσθην

Σ
σαλεύω I shake (σαλευ-, 15), -, ἐσάλευσα, -, σεσάλευμαι, ἐσαλεύθην
σαλπίζω I sound a trumpet (σαλπιδ-, 12), σαλπίσω, ἐσάλπισα, -, -, -
σάλπιγξ, ἡ, -ιγγος trumpet (σαλπιγγ-, 11)
σεαυτοῦ, -ῆς 你自己 of yourself (43) (參看 反身代名詞 詞形變化表)
σέβομαι I reverence, worship (σεβ-, 10), -, -, -, -, -
σεισμός, ὁ, -οῦ earthquake (σεισμο-, 14, seismograph = 地震儀)
σήμερον (副詞)今日 today (41)
σιγάω I am silent, become silent (σιγα-, 10), -, ἐσίγησα, -, σεσίγημαι, -
σῖτος, ὁ, -ου wheat (σιτο-, 14, parasite = 寄生蟲)
σιωπάω I am silent (σιωπα-, 10, aposiopesis = 說話中斷法), σιωπήσω, ἐσιώπησα, -, -, -, (ἐσιώπων)
σκανδαλίζω 使跌倒、反感 I cause to stumble, offend (σκανδαλιδ-, 29, scandalize = 使反感), -, ἐσκανδάλισα, -, -, ἐσκανδαλίσθην, (ἐσκανδαλιζομην)
σκάνδαλον, τό, -ου a cause of stumbling (σκανδαλο-, 15, scandal = 醜聞)
σκεῦος, τό, -ους vessel; pl: goods (σκευεσ-, 23)
σκηνή, ἡ, -ῆς tent, Tabernacle (σκηνη-, 20, scene = 場景 a setting in a play)
σκοτία, ἡ, -ας darkness (σκοτια-, 16)
σκότος, τό, -ους 黑暗 darkness (σκοτεσ-, 31, scotopia = 暗視力)
σός, σή, σόν your (sg.) (σο/η-, 25)
σοφός, -ή, -όν wise (σοφο/η-, 20, sophomore = [大學]二年級生 lit. a wise fool [μωρός])
σπέρμα, τό, -ατος 種子、後裔 seed, offspring (σπερματ-, 43, sperm = 精子)
σπλαγχνίζομαι I have compassion (σπλαγχνιδ-, 12, splanchnic = 內臟的), -, -, -, -, ἐσπλαγχνίσθην
σπλάγχνον, τό, -ου bowels, entrails, compassion (σπλαγχνο-, 11, splanchnic = 內臟的)
σπουδάζω I hasten, am eager (σπουδαδ-, 11), σπουδάσω, ἐσπούδασα, -, -, -
σπουδή, ἡ, -ῆς haste, diligence (σπουδη-, 12)
σταυρός, ὁ, -οῦ cross (σταυρο-, 27)
σταυρόω 釘十字架 I crucify (σταυρο-, 46), σταυρώσω, ἐσταύρωσα, -, ἐσταύρωμαι, ἐσταυρώθην
στέφανος, ὁ, -ου crown (στεφανο-, 25, Stephen)
στηρίζω I establish (στηριγ-, 13), στηρίξω, ἐστήριξα or ἐστήρισα, -, ἐστήριγμαι, ἐστηρίχθην
στήκω I stand, stand fast (στηκ-, 11), -, -, -, -, -, (ἔστηκεν)
στρατηρός, ὁ, -οῦ commander (στρατηγο-, 10, lit. army leader)
στρατιώτης, ὁ, -ου 士兵 soldier (στρατιωτη-, 26)
στρέφω I turn (στρεφ-, 21, strophe = 詩節), -, ἔστρεψα, -, -, ἐστράφην
συγγενής, -ές adj: kindred; noun: kinsman (συγγενεσ-, 11)
συζητέω I discuss, dispute (συν + ζητε-, 10), -, -, -, -, -, (συνεζήτουν)
συκῆ, ἡ, -ῆς fig tree (sukh-, 16, sycophant = 奉承者 lit. a fig-shower)
συλλαμβάνω I take, conceive (συν + λαβ-, 16), συλλήμψομαι, συνέλαβον, συνείληφα, -, συνελήμφθην
συμφέρω I bring together; impersonal: it is profitable (συν + φερ-, 15), -, συνήνεγκα, -, -, -
σύνδουλος, ὁ, -ου fellow slave (συν + δουλο-, 10)
συνέδριον, τό, -ου council, sanhedrin (συνεδριο-, 22)
συνείδησις, ἡ, -εως 良心 conscience (συνειδησι-, 30)
συνεργός, ὁ, -οῦ a fellow-worker (συνεργο-, 13, synergism = 協同作用)
συνέρχομαι 同來、聚集 I come together (συν + ερχ/ελευθ-, 30), -, συνῆλθον, συνελήλυθα, -, -, (συνηρχόμην)
συνέχω I hold fast, oppress (συν + σεχ-, 12), συνέξω, συνέσχον, -, -, -, (συνειχόμην)
συνίημι I understand, perceive, think about (συν + σε-, 26), συνήσω, συνῆκα, -, -, -
συνίστημι I recommend; I stand with, consist (συν + στα-, 16), -, συνέστησα, συνέστηκα, -, -
σφάζω I slay (σφαγ-, 10), σφάξω, ἔσφαξα, -, ἔσφαγμαι, ἐσφάγην
σφόδρα exceedingly, very much (11)
σφραγίζω I seal (σφραγιδ-, 15), -, ἐσφράγισα, -, ἐσφράγισμαι, ἐσφραγίσθην
σφραγίς, ἡ, -ῖδος a seal (σωραγιδ-, 16, sphragistics = 印章學 the science of seals)
σχίζω I split (σχιδ-, 11, schizophrenia = 精神分裂症), σχίσω, ἔσχισα, -, -, ἐσχίσθην
σωτήρ, ὁ, -ῆρος savior (σωτηρ-, 24)
σωτηρία, ἡ, -ας 拯救 salvation (σωτηρια-, 46, soteriology = 救贖論)

Τ
τάλαντον, τό, -ου a talent (ταλαντο-, 14)
ταπεινόω I humble (ταπεινο-, 14), ταπεινώσω, ἐταπείνωσα, -, -, ἐταπεινώθην
ταράσσω 攪擾 I trouble (ταραχ-, 17), -, ἐτάραξα, -, τετάραγμαι, ἐταράχθην, (ἐτάρασσον)
ταχέως quickly (15, tachygraphy = 速記法)
ταχύς, -εῖα quickly (13, tachygraphy = 速記法)
τέλειος, -α, -ον complete, perfect, mature (τελειο/α-, 19)
τελειόω I fulfill, make perfect (τελειο-, 23), -, ἐτελείωσα, τετελείωκα, τετελείωμαι, ἐτελειώθην
τελευτάω I die (finish) (τελευτα-, 11), -, ἐτελεύτησα, τετελεύτηκα, -, -
τελέω 完成、應驗 I finish, fulfill (τελεϝ-, 28, teleology = 目的論), τελέσω, ἐτέλεσα, τετέλεκα, τετέλεσμαι, ἐτελέσθην
τέλος, τό, -ους 末了、目的 end, goal (τελεσ-, 40, teleology = 目的論)
τελώνης, ὁ, -ου tax-collector (τελωνη-, 21)
τέρας, τό, -ατος a wonder, marvel (τερατ-, 16)
τέσσαρες, -ων 四 four (τεσσαρ-, 41, tetragon = 四角形) (參看數字表)
τεσσεράκοντα 四十 forty (22) [Indeclinable] (參看數字表)
τέταρτος, -η, -ον 第四 fourth (τεταρτο/η-, 10) (參看數字表)
τίκτω I give birth to (τεκ-, 18), τέξομαι, ἔτεκον, -, -, ἐτέχθην
τιμάω 敬重 I honor (τιμα-, 21, Timothy = honoring God), τιμήσω, ἐτίμησα, -, τετίμημαι, -
τιμή, ἡ, -ῆς 尊貴、價錢 honor, price (τιμη-, 41)
τίμιος, -α, -ον 寶貴的 precious, honorable (τιμιο/α-, 13)
τολμάω I dare (τολμα-, 16), τολμήσω, ἐτόλμησα, -, -, -, (ἐτόλμων)
τοσοῦτος, -αύτη, -οῦτο (相關代名詞)so great, so much (τοσ + ουτο/η-, 20)
τράπεζα, ἡ, -ης a table (τραπεζα-, 15, trapeze = [梯形]鞦韆)
τρέχω I run (τρεχ/δραμ-, 20) δραμοῦμαι, ἔδραμον, -, -, -, (ἔτρεχον)
τριάκοντα thirty (11)
τρίς thrice (12)
τρόπος, ὁ, -ου manner, way (τροπο-, 13, trope = 修辭)
τροφή, ἡ, -ῆς food (τροφη-, 16, atrophy = wasting due to malnutrition 萎縮症)
τυγχάνω I obtain, happen (τυχ-, 12), -, ἔτυχον, τέτυχα, -, -
τύπος, ὁ, -ου mark, pattern, example (τυπο-, 15, type = 樣式)
τύπτω I smite, strike (τυπτ-, 13, tympanum = 耳膜), -, -, -, -, -, (ἔτυπτον)

Υ
ὑγιαίνω I am in good health (υγιαιν-, 12), -, -, -, -, -
ὑγιής, -ές whole, healthy (υγιεσ-, 11, hygiene)
ὑμέτερος, -α, -ον your (pl.) (υμετερο/α-, 11)
ὑπακοή, ἡ, -ῆς obedience (υπακοη-, 15)
ὑπακούω I obey (υπ + ακου-, 21), -, ὑπήκουσα, -, -, -, (ὑπήκουον)
ὑπαντάω I meet, go to meet (υπ + αντα-, 10), -, -, -, -, -, (ὑπήντων)
ὑπηρέτης, ὁ, -ου servant, assistant (υπηρετη-, 20, lit. under-rower [船艙下的]划槳者)
ὑπόδημα, τό, -ατος sandal, shoe (υποδηματ-, 10)
ὑποκάτω gen: under, below, down at (11)
ὑποκριτής, ὁ, -οῦ hypocrite (υπο + κριτη-, 17)
ὑπομένω I tarry, endure (υπο + μεν-, 17), -, ὑπέμεινα, ὑπομεμένηκα, -, -
ὑπομονή, ἡ, -ῆς 堅忍 perseverance, endurance (υπομονη-, 32)
ὑποστρέφω 回來、背棄 I return, turn back (υπο + στρεφ-, 35), ὑποστρέψω, ὑπέστρεψα, -, -, -, (ὑπέστρεφον)
ὑποτάσσω 主動:使⋯臣服 I subject;被動:順服 I submit (υπο + ταγ-, 38, hypotaxis = 從屬結構), -, ὑπέταξα, -, ὑποτέταγμαι, ὑπετάγην
ὑστερέω I lack (υστερε-, 16), -, ὑστέρησα, ὑστέρηκα, ὑστέρημαι, ὑστερήθην
ὕστερος later, afterwards (12, hysteron-proteron = 倒置法)
ὑψηλός, -ή, -όν high (υψηλο/η-, 11)
ὕψιστος, -η, -ον highest, Most High (υψιστο/η-, 13)
ὑψόω I lift up, exalt (υψο-, 20), ὑψώσω, ὕψωσα, -, -, ὑψώθην

Φ
φαίνω 主動:光照 I shine;關身被動:顯現 I appear, am seen (φαν-, 31, phantom = 幽靈 thing apparently seen), φανοῦμαι, ἔφανα, -, -, ἐφάνην, (ἔφαινον)
φανερός, -ά, -όν manifest, visible (φανερο/α-, 18, theophany = 神的顯現)
φανερόω 顯明 I make manifest (φανερο-, 49, theophany = 神的顯現), φανερώσω, ἐφανέρωσα, -, πεφανέρωμαι, ἐφανερώθην
φεύγω 逃走、逃脫、逃避 I flee, escape (φυγ-, 29, fugitive = 逃犯), φεύξομαι, ἔφυγον, πέφευγα, -, -
φιάλη, ἡ, -ης cup, bowl (φιαλη-, 12, phial or vial = 小瓶[藥水])
φιλέω I love (φιλε-, 25), -, ἐφίλησα, πεφίληκα, -, -, (ἐφίλουν)
φίλος, -η, -ον (名詞)朋友 friend;(形容詞)友好的 friendly (φιλο-, 29)
φόβος, ὁ, -ου 懼怕 fear, terror (φοβο-, 47, phobia = 恐懼症)
φονεύω I kill, murder (φονευ-, 12), φονεύσω, ἐφόνευσα, -, -, -
φρονέω I think, am wise (φρονε-, 26), φρονήσω, -, -, -, -, (ἐφρονούμην)
φρόνιμος, -η, -ον wise, prudent (φρονιμο-, 14)
φυλακή, ἡ, -ῆς 監獄、看守 prison, guard, watch (φυλακη-, 47)
φυλάσσω 看守、遵守 I guard, keep (φυλαγ-, 31, prophylaxis = 預防), φυλάξα, ἐφύλαξα, -, -, -
φυλή, ἡ, -ῆς 支派、民族 tribe (φυλη-, 31, phylum = 門 [生物學分類之一])
φύσις, ἡ, -εως nature (φυσι-, 14, physics = 物理)
φυτεύω I plant (φυτευ-, 11), -, ἐφύτευσα, -, πεφύτευμαι, ἐφυτεύθην, (ἐφύτευον)
φωνέω 叫、喊 I call, shout (φωνε-, 43, phonetic = 語音學), φωνήσω, ἐφώνησα, -, -, ἐφωνήθην, (ἐφώνουν)
φωτίζω I give light, enlighten (φωτιδ-, 11, photo- 光), φωτίσω, ἐφώτισα, -, πεφώτισμαι, ἐφωτίσθην

Χ
χαρίζομαι I give freely, forgive (χαριδ-, 23), χαρίσομαι, ἐχαρισάμην, -, κεχάρισμαι, ἐχαρίσθην
χάρισμα, τό, -ατος gift (χαρισματ-, 17, charisma = 魅力)
χείρων, -ον worse, more severe (χειρον-, 11)
χήρα, ἡ, -ας widow (χηρα-, 26)
χιλίαρχος, ὁ, -ου military tribune, captain (χιλιαρχο-, 21, chiliarch = 千夫長)
χιλιάς, ἡ, -άδος a thousand (χιλιαδ-, 23, chiliasm = millenarianism 千禧年說)
χίλιοι, -αι, -α thousand (χιλιο/α-, 11, chiliasm = 千禧年說)
χιτών, ὁ, -ῶνος tunic, shirt (χιτων-, 11, chiton = 長內衣)
χοῖρος, ὁ, -ου pig (χοιρο-, 12)
χοριτάζω I feed; pas: I eat to the full, am satisfied (χορταδ-, 16), -, ἐχόρτασ, -, -, ἐχορτάσθην
χόρτος, ὁ, -ου grass, hay (χορτο-, 15)
χράομαι I use (χρα-, 11, catachresis = 詞語誤用 misuse of a word), -, ἐχρησάμην, -, κέχρημαι, -, (ἐχρώμην)
χρεία, ἡ, -ας 需要 need (χρεια-, 49)
χρηστότης, ἡ, -ητος goodness, kindness (χρηστοτητ-, 10)
χρυσίον, τό, -ου gold (χρυσιο-, 12)
χρυσός , ὁ, -ου gold (χρυσο-, 10)
χρυσοῦς, -ή, -οῦν golden (χρυσου/η-, 18, chrysanthemum = lit. golden flower 菊花)
χωλός, -ή, -όν lame (χωλο/η-, 14)
χώρα, ἡ, -ας ①地方 region, place;②田野、鄉下 field, country (χωρα-, 28, chorography = 地勢圖)
χωρέω I make room, hold (χωρε-, 10), -, ἐχώρησα, -, -, -
χωρίζω I separate, depart (χωριδ-, 13), χωρίσω, ἐχώρισα, -, κεχώρισμαι, ἐχωρίσθην
χωρίον, τό, -ου place, field (χωριο-, 10, chorography = 地勢圖)
χωρίς (介繫詞)gen: without, apart from 沒有⋯、與⋯無關 (41)

Ψ
ψεύδομαι I lie (ψευδ-, 12, pseudo- 偽), ψεύσομαι, ἐψευσάμην, -, -, -
ψευδοπροφήτης, ὁ, -ου false prophet (ψευδο + προφητη-, 11)
ψεῦδος, τό, -ους a lie (ψευδεσ-, 10, pseudo- 偽)
ψεύστης, ὁ, -ου liar (ψευστη-, 10)

Ω
O! Oh!; alas (17) (參看 易混淆的詞形)
ὡσαύτως likewise (17)
ὡσεί as, like, about (21)
ὥσπερ (連接詞)正如、好像 just as, like (36)
ὠφελέω I profit (ωφελε-, 15), ὠφελήσω, ὠφέλησα, -, -, ὠφελήθην


Go to:    α    β    γ    δ    ε    ζ    η    θ    ι    κ    λ    μ    ν    ξ    ο    π    ρ    σ    τ    υ    φ    χ    ψ    ω



回主頁初階希臘文單字“不規則”動詞進階單字(按頻率排列)進階單字閃卡 ║ 最近更新: Nov 18, 2016