παραδίδωμι 
交付 I entrust, deliver over (παρα + δο-, 119)
παραδώσω, παρδωκα, παραδέδωκα, παραδέδομαι, παρεδόθην, (παρεδίδουν)

 例句 
約19:30 παρέδωκεν τὸ πνεῦμα.
He delivered over (his) spirit. (將靈魂交付[神]了)

約13:2 παραδοῖ αὐτὸν Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτου.
Judas, (son) of Simon Iscariot, would hand him over.
(加略人西門的兒子猶大將會出賣祂 [亦即把祂交出去])
(注意第三人稱單數有時寫作παραδοῖ,而非παραδῷ)

 同根字 
δίδωμι, παράδοσις