ἀνίστημι 
起來 I rise, get up, raise (ανα + στα-, 108)
ἀναστσω, ἀνστησα, -, -, -

 例句 
徒10:13 ἀναστάς, Πέτρε, θῦσον καὶ φάγε.
Arising, O Peter, kill and eat. (彼得、起來、宰了喫)

約11:23 ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου.
Your brother will rise again. (妳兄弟必然復活)

 同根字 
ἵστημι, ἀνάστασις