δεξιός, -ιά, -ιόν 
(形容詞)右邊的 right (hand/side)
(δεξιο/α-, 54, dexterous = 手巧的)

 例句 
路22:69 ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ θεοῦ.
The Son of Man will be sitting at the right hand of the power of God.
(人子要坐在神權能的右邊)
(注意:表達「右邊」常常是用複數的)

太6:3 σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου.
But when you do alms, do not let your left hand know what your right hand is doing.
(你施捨的時候,不要叫左手知道右手所作的)

 同根字 δέχομαι