μαρτυρέω 
見證 I bear witness, testify (μαρτυρε-, 76, martyr = 殉道者)
μαρτυρσω, μαρτύρησα, μεμαρτύρηκα, μεμαρτύρημαι, μαρτυρθην, (μαρτύρουν)

 例句 
約5:33 καὶ μεμαρτύρηκεν τῇ ἀληθείᾳ.
And he has testified to the truth. (他為真理作了見證)

路4:22 Καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ.
And all were testifying (favorably) for him. (眾人都稱讚他 [見證他好])

 同根字 
μάρτυς, μαρτυρία, μαρτύριον, διαμαρτύρομαι