βάλλω 
投擲、放 I throw, put (βαλ-, 122)
βαλ, βαλον, βέβληκα, βέβλημαι, βλήθην, (βαλλον)
(流音動詞一般用第一不定式,例如ἀποστέλλω不定式是ἀπστειλα,但是這個字用第二不定式)

 例句 
徒16:23 ἔβαλον εἰς φυλακὴν.
They threw (them) into prison. (官長將他們下在監裡)

路5:37 καὶ οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς.
And no one puts new wine into old wineskins.
(沒有人把新酒裝在舊皮袋裡)

 同根字 
ἐκβάλλω, ἐπιβάλλω, περιβάλλω, συμβάλλω, ὑπερβάλλω
λιθοβολέω, διάβολος, παραβολή