πρῶτος, -η, -ον 
第一的、先前的 first, earlier (πρωτο/η-, 155, prototype = 原型樣板)
(參看數字表)

 例句 
可14:12 Καὶ τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τῶν ἀζύμων.
And on the first day of the Unleavened Bread.
(除酵節的第一天)

約1:30 ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.
After me comes a man, who has become before me, because he was earlier than I.
(有一位在我以後來、卻比我居前,因祂在我先前就存在)

 同根字 πρότερος