θάνατος, ὁ, -ου 
(名詞)死亡 death (θανατο-, 120, euthanasia = 安樂死)

 例句 
約壹3:14 μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου είς τὴν ζωήν.
We have passed from death into life.
(我們已經出死入生了)

詩23:4 ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου.
For even if I should journey in the midst of the shadow of death.
(縱使我行過死蔭的幽谷)

 同根字 
θανατόω, ἐπιθανάτιος