κατά (κατ', καθ') 
(介繫詞)⓵ gen: down, against 往下、對抗; ⓶ acc: according to 按照 (473)

 例句 
加5:23 κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστιν νόμος.
There is no law against such things.
(沒有律法禁止這樣的事)

約參15 ἀσπάζου τοὺς φίλους κατ᾿ ὄνομα.
Greet the friends according to name.
(請你替我按著姓名問眾位朋友安)

 更多例句,見《常見的介繫詞》講義