ἡμέρα, ἡ, -ας 
(名詞)日、白天 day (ημερα-, 389, ephemeral = 僅有一日生命的)

 例句 
太17:23 τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται.
On the third day he will be raised. (第三日祂要復活)

羅13:12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν.
The night is almost gone, and the day is near.
(黑夜已深,白晝將近)

徒16:5 ἐπερίσσευον τῷ ἀριθμῷ καθ᾿ ἡμέραν.
They kept increasing in number daily. (他們人數天天加增)
(片語 καθ᾿ ἡμέραν = each day, daily 天天)