εὐαγγέλιον, τό, -ου 
(名詞)福音 good news, gospel (ευαγγελιο-, 76, evangelism = 傳福音)

 例句 
太4:23 κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας.
proclaiming the good news of the kingdom.
(傳天國的好消息)

羅1:16 Οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον.
For I am not ashamed of the gospel. (我不以福音為恥)

 同根字 
εὐαγγελίζω, εὐαγγελιστής