πνεῦμα, τό, -ατος 
靈、風、氣 spirit, wind, breath
(πνευματ-, 379, pneumatology = 聖靈論)

 例句 
約4:24 πνεῦμα ὁ θεός.
God (is) spirit. (神是靈)

太8:16 ἐξέβαλεν τὰ πνεύματα λόγῳ.
He cast out the spirits with a word.
(祂只用一句話,就把鬼都趕出去)

約3:8 τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ.
The wind blows where it will. (風隨著意思吹)

 同根字 
πνευματικός, πνέω