γραφή, ἡ, -ῆς 
聖經 writing, Scripture (γραφη-, 50, autograph = 親筆簽名)

 例句 
約2:22 ἐπίστευσαν τῇ γραφῇ.
They believed in the Scripture. (他們相信聖經)

太26:56 ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν.
so that the writings of the prophets might be fulfilled.
(為了先知書[上的話]可被應驗)

 同根字 
γράφω, γραμματεύς, γράμμα