ἔσχατος, -η, -ον 
末了的 last (εσχατο/η-, 52, eschatology = 末世論)

 例句 
約壹 2:18 ἐσχάτη ὥρα ἐστίν.
It is the last hour. (如今是末時了)

可10:31 πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι.
But many who are first will be last.
(然而有許多在前的將要在後)

徒1:8 ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.
until the end of the earth. (直到地極)