Vocabulary 24

Verbs
ἀνίστημι I rise, get up, raise (ανα + στα-, 108)
αναστήσω, ανέστησα, -, -, -
ἀφίημι I let go, leave, permit, forgive (αφ + σε-, 143)
(ἤφιον), ἀφήσω,ἀφῆκα, -, ἀφέωμαι, ἀφέθην
δείκνυμι I show, explain (δεικνυ/δεικ-, 33)
δείξω, ἔδειξα, δέδειχκα, -, ἐδείχθην
(outside of pres/impf the root is deik- and is not a μι verb)
δίδωμι I give (out), entrust, give back, put (δο-, 415)
(ἐδίδουν), δώσω, ἔδωκα, δέδωκα, δέδομαι, ἐδόθην
ἵστημι I stand, cause to stand (στα-, 154)
(ἵστην), στήσω, ἔστησα (or ἔστην), ἵστηκα, ἵσταμαι, ἐστάθην
(intransitive in 2nd aor + perf, transitive in pres + fut + 1st aor)
παραδίδωμι I entrust, hand over, betray (παρα + δο-, 119)
(παρεδίδουν), παραδώσω, παρέδωκα, παραδέδωκα, παραδέδομαι, παρεδόθην
τίθημι I put, place (θε-, 100, thesis = a proposition/placing)
(ἐτίθουν), θήσω, ἔθηκα, τέθεικα, τέθειμαι, ἐτέθην
φημί I say, affirm (φε-, 66) (ἔφη), -, ἔφη, -, -, -
(ἔφη can be either imperfect or aorist, and is 3rd sg)

Others
ἔθνος, τό, -ους nation; the Gentiles (plural) (εθνεσ-, 162, ethnic) (see paradigm)
λοιπός, -ή, -όν adj: remaining; noun: (the) rest; adv: for the rest (λοιπο/η-, 55)
ἴδιος, -α, -ον one's own (ιδιο/α-, 114, idiosyncrasy)

 
 

Back to Main || Lesson 24 || Paradigms of δίδωμι, ἵστημι, τίθημι, δείκνυμι